29.10.12

Κάθε τέλος ... μια αρχή (β.μέρος)


Περίληψη _
Η Αντιγόνη είναι μια νέα γυναίκα που ζει μόνη με την κόρη της έχοντας την βοήθεια της μητέρας της, με αρκετές άστοχες κινήσεις στην ζωή της έχει βρεθεί σε αδιέξοδο μέχρι που έρχεται ο διορισμός της να διδάξει στο σχολείο ενός ορεινού χωριού της Κρήτης. Παρακολουθούμε την ημέρα της αναχώρησης για τον τόπο του διορισμού της και την βλέπουμε να έχει όλες τις φοβίες και τις ανασφάλειες που θα είχε κάθε
φυσιολογικός άνθρωπος μπροστά στο άγνωστο.









Είναι σχεδόν μεσημέρι όταν πια φτάνω στο σπίτι μου κρατώντας
τα πολύτιμα δώρα μας  στην αγκαλιά μου και σφίγγοντας  μέσα
στο στήθος μου τον φάκελο με τα χρήματα που τα έχω χώσει
στο σουτιέν μη μου τα βουτήξουν στον δρόμο και με έχει πιάσει φαγούρα.
Έχω την εντύπωση πως τώρα πια είμαι δυνατή, πολύ πιο αισιόδοξη, 
πως δεν είμαι μόνη μου με  το μωρό μου και πως δίπλα στην Μαιρούλα
στέκονται μια ντουζίνα σωματοφύλακες, πραγματικές φίλες έτοιμες
να αρπάξουν τα όπλα και να μας  συμπαρασταθούν σε κάθε δυσκολία!
Σε λίγες ώρες θα βρισκόμαστε επάνω στο καράβι που θα μας μεταφέρει
στον καινούργιο μας προορισμό και μένει να ελέγξω για μια ακόμα φορά 
όσα έχω μαζέψει να πάρουμε μαζί μας, τις δυο μεγάλες βαλίτσες, ένα
τεράστιο σακ-βουαγιάζ που κοντεύει να σκάσει σαν ετοιμόγεννο και
υπάρχουν και δυο ακόμα κούτες που θα κανονίσει η Μαιρούλα να
τις πάρει η μεταφορική που έχω συνεννοηθεί όταν πια θα έχουμε
τακτοποιηθεί στο καινούργιο μας σπίτι  που ούτε καν ξέρω που
και πως θα είναι .


Από τα λιγοστά έπιπλα μας δεν αξίζει τίποτα για  να πληρώσω να τα
μεταφέρω και είμαι σίγουρη πως η σπιτονοικοκυρά μου θα  νοικιάσει
πιο ακριβά το σπίτι  ‘επιπλωμένο’ με την  παλιά κρεβατοκάμαρα,  το
τραπεζάκι της κουζίνας με τις δυο καρέκλες και μερικά ακόμα σπάνιας
αισθητικής κομμάτια αγορασμένα σε τιμή ευκαιρίας από τα στοκατζίδηκα
της οδού Πατησίων.


Η Μαιρούλα  θα  πέρναγε από το σχολείο να πάρει την Λιλίκα και να
που φτάνουν χαρούμενες  κρατώντας μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με
πακέτα από έτοιμο φαγητό! Καθόμαστε οι τρεις μας  στο τραπέζι, 
η Μαιρούλα και η Λιλίκα στις καρέκλες, εγώ στο κομοδίνο που εκτελεί
χρέη σκαμπό και καθώς δεν έχω πια μαχαιροπήρουνα τρώμε με τα χέρια
και πίνουμε μπύρα σε πλαστικά ποτηράκια που είχα φυλάξει από παλιούς
καφέδες , σκασμένες στα γέλια καθώς θυμόμαστε ένα σωρό περασμένες
 ιστορίες με την μανούλα μου, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να
διώξουμε την θλίψη του αποχωρισμού .
  

tumblr_mcmcqnFmKR1rgg9zto1_500


Νοιώθω τόσο ευχαριστημένη που βλέπω χαλαρή την μητέρα μου,
να θυμάται παλιές ιστορίες και να γελά με την καρδιά της.
« Μα πώς να ξεχάσω τότε που είχες αποφασίσει να γίνεις χορτοφάγος
κι ο καημένος ο μπαμπάς σου έτρωγε για δυο μήνες δυο μερίδες φαγητό
για να μη σε ανακαλύψω, το θυμάσαι  Αντιγονάκι μου?»
Θέλω να κλάψω αλλά τελικά με πιάνει νέος παροξυσμός γέλιου.
Πώς να το ξεχάσω που στα δεκατέσσερα ανακαλύψαμε με τις
συμμαθήτριές μου πως δεν ήταν καθόλου sic να τρως κρέας από
φρικτά κακοποιημένα ζώα και αποφασίσαμε να γίνουμε χορτοφάγες!
Φυσικά δεν τόλμησα τότε να πω τίποτα στην Μαιρούλα που θα γινόταν
έξαλλη αν μάθαινε πως η διατροφή μου περιλάμβανε πλέον μόνο
μαρούλια, λάχανα κι αγγούρια και  με δάκρυα στα μάτια κλάφτηκα
στον μπαμπά μου , για τα καημένα τα ζωάκια!
Πως τα κατάφερε και για δυο μήνες η Μαιρούλα δεν πήρε χαμπάρι
τι γινόταν στο τραπέζι κάτω από τα μάτια της  δεν ξέρω !
Όταν όμως εκείνος πήρε είκοσι κιλά κι εγώ έχασα δεκαπέντε μας
έκανε τσακωτούς και φυσικά έγινε ο κακός χαμός, φωνές,
μαλλιοτραβήγματα , έπεσαν και τα απαραίτητα τηλεφωνήματα
μεταξύ των έξαλλων μαμάδων και εκεί έληξε η οικολογική μας συνείδηση .


Ο χρόνος κυλά γρήγορα κι όταν η Μαιρούλα σηκώνεται να φύγει 
αγκαλιαζόμαστε σφιχτά οι  τέσσερις μας , μη ξεχνάμε και τον Μπάνυ
και δεν μας κάνει καρδιά να χωριστούμε.
« Γιατί δεν με αφήνεις να σας συνοδέψω στο λιμάνι?» με ρωτά η
μανούλα μου για μια ακόμα φορά και της το αρνούμαι γιατί δεν
υπάρχει κανένας λόγος να ταλαιπωρηθεί και δεν θα αλλάξει
και τίποτα. Φτάνει ο αποχαιρετισμός μας  εδώ,  δεν θέλω μετά να
σκέφτομαι πως θα γυρίσει από τον Πειραιά μόνη πίσω  και της
υπόσχομαι πως θα την πάρω πρωί πρωί τηλέφωνο αύριο να την
ενημερώσω για το ταξίδι  μας. Με φιλά με τόση λαχτάρα που κάνει
κομμάτια την καρδιά μου και καθώς δεν με έχει συνηθίσει σε τόσες
αγκαλιές νοιώθω αμήχανα.


Έχει νυχτώσει σχεδόν  όταν  το καράβι μας απομακρύνεται από
την προβλήτα κι εγώ κάθομαι  στο κατάστρωμα μαζί με την Λιλίκα μου 
και κοιτάμε τα φώτα της στεριάς να απομακρύνονται γρήγορα .
Το μωρό μου έχει τόσο ενθουσιαστεί με το καινούργιο της μπουφάν
που της πηγαίνει αφάνταστα και τα γαλάζια ματάκια της γυαλίζουν
από ευχαρίστηση καθώς σφίγγει μέχρι σημείου ασφυξίας
τον Μπάνυ και τον βάζει να χαιρετά  το άπειρο!


Όλη την νύχτα θα ταξιδεύουμε , αρκετές ώρες για να αφήσω το
κοριτσάκι μου να κοιμάται επάνω στα καθίσματα της τουριστικής
κι έτσι έχω κάνει την υπέρβαση να βγάλω εισιτήρια που περιλαμβάνουν
καμπίνα . Αφού κάνουμε λοιπόν μια περιήγηση στους χώρους του πλοίου ,
που περιλαμβάνει και την απαραίτητη ξενάγηση στον Μπάνυ,
ξαπλώνουμε στις κουκέτες μας με τα ρούχα μας , ήμουν πολύ
κουρασμένη για να ανοίξω βαλίτσες και να ψαρεύω πυτζάμες .
Η Λιλίκα κατενθουσιασμένη ακόμα πιο κουρασμένη από όλα αυτά 
κοιμάται γρήγορα κι εγώ μένω μόνη με τις σκέψεις μου στο
μισοσκόταδο της καμπίνας μας.


Πόσο θα ήθελα να είχα την δική της ηλικία, το αθώο μυαλό της,
την ανεμελιά της και να κοιμόμουν όπως εκείνη δίχως να με βασανίζουν
αμφιβολίες, ερωτηματικά, η αβεβαιότητα της αυριανής μέρας!  Θέλω
να σκεφτώ αισιόδοξα αλλά δεν μπορώ να έχω καμία εμπιστοσύνη
στις αποφάσεις και στην κρίση μου που τόσο με έχει ταλαιπωρήσει
μέχρι τώρα!
Η αλήθεια όμως είναι πως έχω περάσει και πολύ δυσκολότερες στιγμές,
γιατί λοιπόν να με τρομάζει  το ενδεχόμενο άγνωστοι άνθρωποι, σε
ένα άγνωστο μέρος που θα ζήσω μόνο δυο ή τρία χρόνια να μη με
αποδεχτούν? Τελικά και ποιος δεν έχει κάνει λάθη στην ζωή του?
Βέβαια εγώ μόνο λάθη έχω να δείξω μέχρι τώρα, αυτό είναι το
δικό μου ταλέντο … οι λάθος επιλογές!


Το πιο δύσκολο μάλλον είναι να σε ρωτήσει η κόρη σου για τον πατέρα της
κι εγώ το έτρεμα αυτό το ενδεχόμενο από την ώρα που άρχισε να
καταλαβαίνει γιατί ήταν ένα πανέξυπνο παρατηρητικό παιδί  και δεν
θα αργούσε η ώρα εκείνη!
Της έκανε εντύπωση κάποια στιγμή που ήμασταν στην παιδική χαρά
και γύρω μας εκτός από μαμάδες υπήρχαν και μπαμπάδες που έπαιζαν
με τα παιδιά τους , η Λιλίκα ήταν τεσσάρων χρονών κι η λέξη μπαμπάς
της ήταν άγνωστη. Με ρώτησε τι σημαίνει αυτή η λέξη και της απάντησα
κάτι αόριστο που φυσικά δεν την ικανοποίησε, όμως η επόμενη ερώτηση
ήταν και η πιο δύσκολη.
«Γιατί μαμά δεν έχεις άντρα να παίζει μαζί μου?» Μπλόκαρε το μυαλό μου,
θεώρησα πως ήταν και πολύ μωρό για να πάρει μια σωστή απάντηση κι
έτσι της είπα ότι κάποτε είχα … αλλά έχασε τον δρόμο του! Αυτό βέβαια
ήταν καλό για απάντηση αν χάσεις τον σκύλο σου κι όχι  έναν ανύπαρκτο
πατέρα. Η Λιλίκα με κοίταξε τότε με απορία και ένα ύφος που έλεγε πως
αυτά ήταν ανοησίες και δεν το σχολίασε παραπάνω.


Ωστόσο όταν πια την πήγα  σχολείο , δεν θα μπορούσε να αγνοήσει πως
εκτός από τις μητέρες υπήρχαν και αρκετοί μπαμπάδες που πηγαινοέφερναν
τα παιδιά τους κι εγώ πια δεν μπορούσα να ξεφύγω από τις ερωτήσεις της
και προσπάθησα να της εξηγήσω πως είχε κι αυτή έναν μπαμπά που έφυγε
κάποια στιγμή από κοντά μας , χωρίς να χρειαστεί να της διευκρινίσω
πως αυτό έγινε την επόμενη που έμαθε για την εγκυμοσύνη μου , για να
επιστρέψει μετά από τον δικό μου σκληρό εκβιασμό να αναγνωρίσει
την κόρη του, για να συνεχίσει την δική του ζωή και εμείς την δική μας.
«Δεν θα ξαναγυρίσει ο μπαμπάς?»
«Όχι μωρό μου , είναι πολύ μακριά τώρα πια» ήταν καλύτερα να της
έκοβα από την αρχή την ελπίδα που γεννήθηκε στο αθώο μυαλουδάκι της.
« Το ξέρει όμως που μένουμε?» Φυσικά και το ξέρει ήθελα να της πω,
αφού εκείνος έμενε ακόμα στο ίδιο σπίτι που έμενε όταν γνωριστήκαμε ,
με την γυναίκα και τα παιδιά του που τότε αγνοούσα την ύπαρξη τους
και ξέρει και που είμαστε , όπως ξέρει και πως υπάρχεις άσχετα αν
προτιμά να το αγνοεί. Δεν της τα λέω όμως όλα αυτά
« Μήπως θέλεις να πάμε μια βόλτα μέχρι τις κούνιες αντί να συζητάμε
αυτό το θέμα μωρό μου?»
Καταλαβαίνει πως αλλάζω θέμα και με κοιτά με αυστηρό ύφος, αυτό
που έχει κληρονομήσει από την μονίμως επικριτική Μαιρούλα και βουτάει
με νεύρα το μπουφάν της και τον Μπάνυ.
«Άντε να πάμε όπου θέλεις, να δούμε τι θα καταλάβεις  όταν έρθει
ο δικός μου μπαμπάς να μας βρει και λείπουμε!»
Είχε μπει πια στο μυαλουδάκι της πως εκείνος θα εμφανιζόταν , να την
πάρει από το σχολείο, να πάνε μαζί στις κούνιες, να παίξουν μαζί  και
το καταλάβαινα από τις σκόρπιες κουβεντούλες της πως τον περίμενε
κι εγώ απέφευγα να απαντήσω ή να δώσω συνέχεια περιμένοντας
να ξεχαστεί όλο αυτό με τον καιρό.


Είχαν περάσει πια μήνες που η λέξη ‘πατέρας’ δεν είχε αναφερθεί
και μπορεί αυτό να βόλευε εμένα όμως το ήξερα πως η Λιλίκα δεν
το είχε ξεχάσει και κάποια στιγμή θα με έφερνε αντιμέτωπη με
τις ευθύνες μου και τις σκληρές ερωτήσεις της.
Όμως τι μπορούσα να κάνω? Να πάω να βρω τον άνθρωπο που με
εξαπάτησε κρύβοντας μου τον γάμο του? Που ανακάλυψα την
οικογένειά του την ημέρα που πήγα να του πω πως περίμενα το παιδί μας,
ενώ πίστευα τα όνειρα του για το μέλλον μας ,εκείνος είχε ήδη δυο παιδιά
και μια φαινομενικά ευτυχισμένη οικογένεια? Που αναγνώρισε την κόρη του
όταν τον απείλησα πως θα τον τραβολογούσα στα δικαστήρια και θα πήγαινε
περίπατο η καριέρα του και η οικογένειά του, ενώ στην πραγματικότητα
δεν είχα τέτοιο σκοπό, ούτε και την οικονομική άνεση για να κάνω
οτιδήποτε, απλά μπλόφαρα κι εκείνος  έκανε αυτό που του ζήτησα
με τον όρο να μην τον ενοχλήσω ξανά ποτέ, για κανένα λόγο όσο
σοβαρός κι αν θα ήταν αυτός. Πώς να πήγαινα σε αυτόν και να του πω τι?
Ότι τον αναζητά η κόρη του? Αφού το ήξερα καλά πως εγώ θα
λογοδοτούσα για την απόφαση μου να φέρω στον κόσμο μόνη μου
το παιδί μου, εκείνος το είχε αναρωτηθεί ποτέ αυτό?
Πως  θα  έφτανε και για εκείνον η μέρα να αντιμετωπίσει  τα γαλάζια
μάτια της που ήταν ίδια τα δικά του?



Ξέρω πως όταν η Λιλίκα μου μεγαλώσει  θα μπορώ να της εξηγήσω ,
να συζητήσουμε για όλα, όμως μέχρι τότε ήμουν αποφασισμένη να μην
αφήσω το μωρό μου να πληγωθεί από καμία καταναγκαστική παρουσία
πατέρα στην ζωή της. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που δεν κατάφερα
να κάνω μια σχέση της προκοπής, όχι πως δεν το προσπάθησα αλλά όταν
φτάναμε στα σοβαρά φοβόμουν το αύριο, πνιγόμουν , δεν ήθελα κανέναν
ανάμεσα μας που θα μας έδινε ελπίδα ότι βρήκαμε κάποιον που αξίζει
να τον αγαπήσουμε και να μας αγαπήσει . Εγώ δεν ένοιωθα άξια να με
αγαπήσουν και μετά? Αν κάτι δεν πήγαινε καλά κι  ερχόταν μια ακόμα
απογοήτευση? Πάλι μόνες θα μέναμε και πιο πικραμένες από το πριν.



tumblr_mcm9ktMSQK1rrzdn7o1_500



Μοιάζουν ανόητες όλες αυτές οι σκέψεις αλλά το ένοχο παρελθόν μου
δεν με βοηθά να τις σκεφτώ για τόσο ανόητες και καθώς βλέπω το μωρό μου
να κοιμάται σαν αγγελούδι στην απέναντι κουκέτα , ο δικός μου άγγελος,
δεν μπορώ να κοιμηθώ και το μυαλό μου έχει γίνει ένα κουβάρι γεμάτο
μπερδεμένες αναμνήσεις.


Φοράω το παλτό μου και βγαίνω στο κατάστρωμα να πάρω καθαρό αέρα.
Πέρα μακριά στον ορίζοντα η νύχτα φεύγει  κι ο ουρανός γεμίζει
χρώματα καθώς βλέπω τον δίσκο του ήλιου να ξεπροβάλει μέσα από
την θάλασσα πίσω από την πορεία μας ενώ μπροστά φαίνεται η σκιά
της στεριάς που πλησιάζει . Φτάνουμε. Ανατριχιάζω με την πρωινή δροσιά
και θέλω έναν ζεστό καφέ  αλλά θα πάρω και την Λιλίκα να φάμε μαζί ένα
γερό πρωινό και μαζί να αρχίσουμε αυτή την μέρα μας.


Χαμογελάω καθώς καθαρίζει το μυαλό μου, να που φτάνω σε ένα καινούργιο
τόπο, αρχίζω μια καινούργια ζωή, θα είμαι η Δασκάλα με το μικρό της κοριτσάκι ,
είμαι μια εικοσιεφτάχρονη γυναίκα που θέλει να ζήσει  αφήνοντας πίσω της
ότι την πλήγωσε και τα λάθη που έκανε.
Είμαι μια γυναίκα που θέλει να πετάξει ψηλά.
Καθώς παίρνω μια βαθιά ανάσα να γεμίσω θαλασσινό αέρα τα πνευμόνια μου,
να αναζωογονηθώ ,  βλέπω στην κουπαστή  ένα  νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο
να κοιτά την ανατολή. Μοιάζουν τόσο πολύ ερωτευμένοι και καθώς περνάω
δίπλα τους η κοπέλα γυρνά και μου χαμογελά. Τους καλημερίζω και νοιώθω
πως λέω καλημέρα στην ζωή και κατεβαίνω να πάρω το μωρό μου.


Ξυπνάει κι ανεβαίνουμε στο μπαρ του πλοίου , καθόμαστε και παραγγέλνουμε
το πρωινό μας με τον Μπάνυ ανάμεσα μας.
Βυθίζομαι στα γαλάζια ματάκια
«Λιλίκα μου σε αγαπάω πολύ» της λέω χαμογελώντας» . Εκείνη με κοιτά
σοβαρά, ελαφρώς παραξενεμένη γι αυτή την ξαφνική εκδήλωση αγάπης
κι ένα χαρούμενο χαμόγελο φωτίζει το προσωπάκι της.
«Αντιγόνη μου κι εμείς σε αγαπάμε πολύ» μου απαντά σοβαρά
(στο εμείς συμπεριλαμβάνει και το  κουνέλι φυσικά)  και  χώνει
τα δοντάκια της σε μια φέτα ψωμί αλειμμένη με βούτυρο και μαρμελάδα.


Εκείνη την στιγμή νόμισα πως είδα και τον Μπάνυ να μου χαμογελά.

Είναι δυνατόν?

Μάλλον θα μου φάνηκε … ή μήπως όχι?








Συνεχίζεται .....





12 σχόλια:

  1. Μέσα στη ζωή! Ανάγνωσμα τόσο καλογραμμένο με σκηνές τόσο αληθινές λες και όλα αυτά αφορούν εμένα ή πολύ κοντινό μου πρόσωπο! Νομίζω πως όλοι μας έχουμε στο περιβάλλον μας ανάλογες περιπτώσεις. Αλλά εκείνες οι λεπτομέρειες σε σκηνές όπως του γεύματος πριν την αναχώρηση, της συζήτησης με την Λιλίκα για το θέμα του μπαμπά της, του περιπάτου στο κατάστρωμα πριν το ξημέρωμα, στο πλούσιο πρωινό με την αισιοδοξία για το μέλλον να καθρεφτίζεται στο χαμόγελο του Μπανυ -γιατι ο Μπανυ χαμογέλασε!- ειλικρινά αιχμαλωτίζουν!
    Αναμένω την συνέχεια με αγωνία σχεδόν!
    Καλή σου εβδομάδα! Λεβίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η ζωή δεν γράφει τα πιό όμορφα σενάρια? Έτσι δεν λέμε?
      Λίγο πολύ ναι όλοι μας έχουμε γνωρίσει μια Αντιγόνη ή μια Λιλίκα :)

      Nα είσαι καλά Χριστοφόρε μου, σύντομα θα έρθει η συνέχεια και το τέλος σε αυτό :)

      Καλή εβδομάδα !

      Διαγραφή
  2. Καινούρια μέρα, καινούρια ζωή....
    Τι κι αν ξεκινάει η καινούρια μέρα; Το παρελθόν είναι εκεί βασανιστικό.
    Αυτό που μου άρεσε πολύ είναι το σημείο που η μαμά της τη φιλάει με τόση λαχτάρα.....
    Ποτέ δεν με φίλησε η δική μου μαμά με λαχτάρα.....και ψάχνω να βρω το λόγο αλλά μάταια.
    Εγώ όμως όταν φιλάω τα παιδιά μου τα φιλάω πάντα με μεγάλη λαχτάρα .....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φλώρα μου έχεις δίκιο, όμως όπως το σκέφτομαι πια εγώ δεν πρέπει να αφήνουμε αυτό το παρελθόν να μας κουμαντάρει και για να μιλήσω πιο προσωπικά το άφησα για χρόνια να με κάνει έρμαιο, να με φοβίζει μέχρι που το πέταξα στο χρονοντούλαπο για να μπορώ να βαδίζω εμπρός.
      Ίσως και να μη χρειάζεται να μάθεις το γιατί αγαπημένη μου, ούτε εγώ έμαθα ποτέ γιατί με πέταξε η πρώτη μου μαμά και δεν θέλω πια να μάθω, ξέρω μόνο πως με αγκάλιασε η δεύτερη .
      Σε φιλώ πολύ, να μη στενοχωριέσαι με τα ερωτηματικά … δεν μπορούν να απαντηθούν όλα!

      Διαγραφή
  3. Α ρε Λεβινάκι μου, με άγγιξε προσωπικά αυτό που διάβασα, βρήκα χωρις να τον ψάξω, τον εαυτό μου σε πολλά σημεία και σήμερα με τη βροχή και τον αέρα, πόσο ταίριαξε.
    Θαυμάσιο κείμενο, αληθινή ιστορία. Ελπίζω να έχει ευχάριστη συνέχεια, γιατί τα λυπητερά τελειώματα με σκοτώνουν..
    Καλό απόγευμα γλυκιά μου :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κοίτα να δεις που η φωτογραφία με το γελαστό κοριτσάκι είναι ίδια εσύ! Τώρα το πρόσεξα :)
      Όλες μας κάπου θα βρούμε κομμάτια μας σε κάποια από τις τρεις γυναίκες και ναι θα είναι ευχάριστη η συνέχεια, θέλω να μπει ένα αισιόδοξο τέλος για την ηρωίδα μου!

      υγ. κι εδώ έκανε καταιγίδα σήμερα .

      φιλιά πολλά
      καλό βράδυ μπισκοτάκι μου :))

      Διαγραφή
  4. Το δεύτερο ακόμα καλύτερο !

    Απαιχτη ! Περιγράφεις τη σχέση μάνας-κόρης εκπληκτικά !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Aχ αυτές οι περίεργες σχέσεις που πρέπει να περάσουν από χίλια κύματα για να δέσουν!

      Να είσαι καλά Gip μου !!

      Διαγραφή
  5. Ανώνυμος30/10/12, 11:48 π.μ.

    Δεν ξέρεις πως με αγγίζει η γραφή σου... τόσο μέσα από τη ζωή τόσο αληθινή...
    Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια!

    Λιακάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν θα σε κρατήσω πολύ σε αγωνία Λιακαδάκι μου
      έρχεται η συνέχεια και το τέλος πολύ σύντομα!

      φιλιά πολλά
      καλό μας απόγευμα :))

      Διαγραφή
  6. πόσο όμορφο Λεβινάκι.....!!!!φιλι!<3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. σ΄ ευχαριστώ πολύ Vicky μου
      να είσαι καλά

      σε φιλώ και εύχομαι Καλό Σαββατοκύριακο :)

      Διαγραφή

(Επειδή ο blogger καμιά φορά, "τρώει" τα σχόλια, πρίν το δημοσιεύσεις, κάνε ένα copy ώστε να μην το ξαναγράφεις σε περίπτωση που το εξαφανίσει)