28.2.13

Σκονισμένα Ναι... Ξεχασμένα Όχι !


Αγαπημένα παλιά αντικείμενα

Μια ιδέα της  Ρένας για τα τόσο όμορφα παλιά αντικείμενα κάποιας άλλης εποχής που δεν έχουν χάσει την λάμψη τους κι η ιστορία τους θα τα ακολουθεί
για πολλά χρόνια ακόμα_





Η Mercedes που γουργουρίζει


Θυμάμαι την μάνα μου σκυμμένη επάνω από την ραπτομηχανή , δίπλα το απαραίτητο μαξιλαράκι με τις καρφίτσες , άσε που τις περισσότερες τις κρατούσε στο στόμα της και τότε έβρισκα κι εγώ ευκαιρία να την ρωτάω διάφορα κι αυτή να μουγκανίζει με νεύρα γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει μη καταπιεί τις καρφίτσες της.

Πόσο σικάτη αυτή η μηχανή κι ενώ  όλα μπορούσα να τα ακουμπήσω μέσα στο σπίτι,
την ραπτομηχανή της μαμάς μου  όμως ποτέ κι αυτή να στέκεται εκεί κρυμμένη μέσα
στο έπιπλό της με τα χρυσαφένια στολίδια ζωγραφισμένα στο μαύρο καμπουριασμένο της
κορμί και μου φαινόταν πως ήταν μια γάτα που παραφύλαγε να με κατασπαράξει αν την άγγιζα. Κάθε φορά που άνοιγε το πορτάκι την έβλεπα μέσα στην φωλιά της, τυλιγμένη
με ένα βελούδινο  κάλυμμα σε βαθύ μπορντωκόκκινο χρώμα για να μη την γρατζουνάνε
τα τοιχώματα και με αργές τρυφερές κινήσεις την ξετύλιγε και την σήκωνε απαλά για
να την στήσει στα ‘πόδια’ της ενώ με κοιτούσε με την υποψία στο βλέμμα και με ρωτούσε
– Μήπως πείραξες τίποτα ; Δεν το είχα κατεβασμένο το ποδαράκι ! – τι να της
απαντούσα ; Πως ναι την είχα αγγίξει λίγο με το δάχτυλο και τρόμαξα όταν αυτή μου
έτριξε τα δόντια της κι έβαλα την τρεχάλα για το άλλο δωμάτιο ; Τότε η μάνα μου με
αγριοκοίταζε σαν να μου έλεγε – κακομοίρα μου πρόσεχε το καλό που σου θέλω -, άνοιγε
το κουτί της ραπτικής, έπιανε την κλωστή , την τοποθετούσε στην σωστή θέση, σάλιωνε
την ακρούλα και την περνούσε από το μάτι της βελόνας και μετά έβαζε το τρυπωμένο
ύφασμα και η γάτα άρχιζε να γουργουρίζει ευχαριστημένη και να βγάζει γαζιά από το
στόμα της.



Όταν μεγάλωσα κι έφυγα από το πατρικό μου, απέκτησα την πρώτη μου ηλεκτρική ραπτομηχανή και μετά απέκτησα άλλο μοντέλο πολύ καλύτερο που το έχω ακόμα και τώρα. Όμως τίποτα μέσα μου δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει την αγάπη μου γι αυτή την μικρή κομψή ραπτομηχανή που τώρα είναι δικιά μου και την κάνω εγώ να γουργουρίζει κάτω από τα δικά μου χέρια.



Gans N'  Roses


Είναι ένα Ένφιλντ του 1944 με τον γεμιστήρα να εξέχει στο κάτω μέρος και χαρακτηριστικό διχαλωτό σκόπευτρο και κινητό ουραίο, με την ξιφολόγχη του που μοιάζει σαν σουβλί για να ψήσεις κοκορετσάκι (λέμε τώρα και καμιά βλακειούλα) και με απόσταση βολής άνω των 300 μέτρων.

Αυτό το όμορφο όπλο ήταν μέσα στην υγρασία κρυμμένο σε κάποιο ράφι της αποθήκης κι έπρεπε
να λυθεί, να καθαριστεί ξεχωριστά το κάθε μέρος, να γυαλοχαρτίσω ( δεν θέλω χαχαχουχα εγώ το έκανα) τα ξύλινα μέρη και μετά να περαστεί με λινέλαιο για να πάρει ζωή το χρώμα του ξύλου.

Κατά το μοντάρισμα υπήρξε ένα προβληματάκι … κάτι που δεν κουνιόταν τώρα φέρνει ανεξέλεγκτες γύρες γύρω από την βίδα του και μια βίδα περίσσεψε! Οπότε θα αποφανθεί ο ειδικός της οικίας αν το ξανάφτιαξα όπλο ή το έκανα … μουσακά !
Το περίεργο είναι πως σε κάθε φωτογραφία ένα τριαντάφυλλο έμπαινε σαν φόντο στο όπλο… την βρήκα σαν συμβολισμό αυτή την αντίθεση του όπλου που σκοτώνει αγκαλιά με το κόκκινο ρόδο  και κράτησα αυτές τις φωτογραφίες τελικά.




ΥΓ.
Και τέλος για να μη μπουν και πονηρές ιδεούλες στα μυαλουδάκια μας … το όπλο είναι δηλωμένο κι έχει αδειούλα και χαρτάκι με σφραγιδούλα από το ΑΤ της περιοχής !!


                                                                                                         Levina




27.2.13

Σύγκλιση Ονείρων



Μια θάλασσα σιωπές σπάει τα πρωινά μου
κύματα θρυψαλίζουνε τα θέλω της φωνής σου
ψίθυροι ανεμίζουνε ολόγυρα σαν χάρτινα πουλιά
κι ερωτηματικά ‘ τι κάνεις’  πως περνάς’
τι σκέφτηκες’ τι είδες ‘ κι αν πρόλαβες
στα μακρινά της φαντασίας σου ταξίδια
να πιαστείς απ΄τ΄ άνεμου τα ξέφτια
και μιας του ήλιου μικρής αναλαμπής
Μόνη σε θυμάμαι σε μια σκοτεινή αμμουδιά
στις άκριες των αφρών ν΄ αφήνεις το κορμί σου
στην σκιά  ενός μισοθαμμένου βράχου
στον μικρό κόλπο του νησιού ‘ κόρη του Νηρέα
δίχτυα και ξάρτια ανάκατα στις κόρες των ματιών σου 
κι εγώ Γαλήνη σ΄ ονομάτισα απ' τα κύματα που ημέρευαν
σαν έφταναν στις γάμπες των ποδιών σου
Κι αυτή η γκρίζα πόλη η μελαγχολική
που δένει την αγχόνη στον λαιμό μου
πνίγει τους δρόμους μου’ τα θέλω’ τα γιατί μου
ενός χεριού ακρωτηριασμένου η αρπαγή  
σ΄ ανεξιχνίαστο  ουρανό με ρίχνει

Εξομολογούμαι σε αυτόν για όσα πια με πνίγουν
Ανυπόφορη γίνεται  η σιωπή '   κατακερματισμένη
από ήχους θανάτου που καρτέρι στην ζωή μου στήνουν



                                                                                                      Levina






26.2.13

Ένα καλάθι Ψέματα







Στάθηκε ακίνητη με το ακουστικό στο χέρι, ένοιωθε πως ήδη είχε ξεπεράσει τα όρια,
όμως και πάλι… ήταν για την αδελφή της. Μαζί ήταν σε όλους αυτούς τους δύσκολους
μήνες, η μια στήριγμα της άλλης, δυο χαμόγελα, δυο δάκρυα, δυο χαρές χωρίς να
μοιράζονται στα δυο και ήταν τόση η μελαγχολία της μιας που η άλλη ότι και να της
ζητούσε εκείνη θα το έκανε.

Ήξερε πόσο τον αγαπούσε, όλους αυτούς τους μήνες την στήριζε στην αγάπη της, της
έδινε θάρρος, σαν λύκαινα γρύλιζε σε όποιον τους πλησίαζε για να τους βλέπει να
χαμογελούν ερωτευμένοι, ευτυχισμένοι, δοσμένοι ο ένας στον άλλο κι όταν κάποια στιγμή
ανακάλυψε πως της είπε το πρώτο ψέμα, το παρέβλεψε για να μη στενοχωρήσει την αδελφή της.

Κι ύστερα ήρθε το Καλοκαίρι , η ελπίδα πως θα τους έβλεπε μαζί, έβλεπε την αδελφή της
να τιτιβίζει με προσμονή πως επιτέλους θα πήγαινε κοντά στον αγαπημένο της, έτοιμο το
εισιτήριο, η βαλίτσα γεμάτη με όνειρα, η προσμονή και μετά η απότομη προσγείωση. Ένα
ταξίδι που δεν έγινε ποτέ, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε και η απογοήτευση να
λυγίζει την μια τους και η άλλη με απόγνωση να μη βρίσκει λόγια να σβήσει τα δάκρυα.
Είχαν το δικαίωμα να μάθουν το γιατί. Αυτά τα ατελείωτα γιατί που σκοτεινιάζουν το
μυαλό και βυθίζουν την καρδιά στα πιο βαθιά καζάνια της κόλασης.

Αποφασιστικά αυτή την φορά πήρε τον αριθμό. Μια ερώτηση θα έκανε, της το είχε ζητήσει
η ίδια της η αδελφή, έπρεπε να βρει και να της δώσει μια απάντηση, να την λυτρώσει από
τα ερωτηματικά της.
Ακόμα και σε αυτό μπήκε η ίδια μπροστά, έτσι είναι οι αδελφές, η ίδια θα έδινε
απαντήσεις στα ερωτηματικά της αδελφής της, θα την έστηνε και πάλι στα πόδια της.
Μαζί τα συζητούσαν, μαζί τα αποφάσιζαν, μαζί έψαχναν, μόνο που η άλλη έβρισκε
προφάσεις για να κρύβεται πίσω από την πλάτη της αδελφής της κι αυτή την έκρυβε
πρόθυμα γιατί … ήταν η αδελφή της.

Την αρνήθηκε σε λιγότερο χρόνο από όσο ο μαθητής τον Δάσκαλό του.

Όταν εκείνος της την κατηγόρησε εκείνη την αρνήθηκε, όταν εκείνος έβγαλε τα λάθος
συμπεράσματά του εκείνη δεν είπε την αλήθεια, όταν εκείνος της απαγόρευσε να μιλά στην
αδελφή της εκείνη πάλι δεν είπε αλήθεια κι όταν φοβήθηκε πως θα τον χάσει , είπε ένα
ακόμα ψέμα …  στην αδελφή της.

Ένα μεγάλο καλάθι ψέματα γέμισε, το κρατούσε μαζί της σαν έφτασε στην άκρη της λίμνης,
το είχε δεμένο σαν βρόγχο στον λαιμό της.
Πόσα ψέματα !!

Τελετουργικά έλυσε το σκοινί , σήκωσε ψηλά το βαρύ καλάθι και το πέταξε με όλη της την
δύναμη στα νερά . Ένας παφλασμός ακούστηκε μόνο και το βαρύ φορτίο χάθηκε από τα μάτια της .
- Άμε στο καλό σου … μουρμούρισε.

Ο Χειμωνιάτικος ήλιος που βγήκε καθρεφτίστηκε αυτάρεσκα επάνω στα νερά, ακούμπησε
γύρω στα δέντρα, στα βουνά, την αγκάλιασε και την βοήθησε να βρει τον δρόμο να γυρίσει
σπίτι της , ελεύθερη.
Δεν υπήρξε ποτέ αδελφή, ούτε καν φίλη.


                                           Levina




24.2.13

Η Πρώτη Μητέρα

Γυναικείες Στάχτες
Ιστορία 3η







Τύλιξε σφιχτά το λιπόσαρκο κορμί της μέσα στις ζεστές γούνες, είχε
ξυπνήσει πια και δεν θα μπορούσε να ξανακοιμηθεί, στην ηλικία της
εξ άλλου δεν χρειαζόταν και πολύ ύπνο.
Ήτανε πια η πιο ηλικιωμένη ανάμεσα στις άλλες γυναίκες της φυλής
κι αν ήξερε να μετράει θα έβρισκε πως συμπλήρωνε κοντά σαρανταδύο χρόνια ζωής, όμως δεν γνώριζε από αριθμούς, ήταν ταμπού να προφέρουν
τα μέλη της φυλής τα ονόματα που υπήρχαν για τους αριθμούς.
Αυτά τα έλεγαν μόνο οι άντρες σαμάνοι όταν εκτελούσαν τις τελετουργίες τους. Εκείνη ήταν μια απλή θεραπεύτρια, την είχε διδάξει η μητέρα της
κι εκείνη είχε δώσει τις γνώσεις της στην κόρη της κι εκείνη πάλι όταν
θα ερχόταν η ώρα θα τις έδινε στην δική της κόρη που ήταν μόνο έξη
χρονών κι όμως γνώριζε ήδη να δένει ένα σπασμένο χέρι ή να ράβει
μια πληγή με αποξηραμένα έντερα ζώων.
Η τελευταία ηλικιωμένη Μητέρα έφυγε λίγες ημέρες πιο πριν κι ήταν
η μητέρα του Αρχηγού της φυλής. Είχε αφήσει πίσω τα σκεύη που χρησιμοποιούσε σε όλη της την ζωή, είχε πάρει μόνο το φυλακτό της
που ήταν κρεμασμένο στον λαιμό της μέσα σε ένα σακουλάκι φτιαγμένο
από το δέρμα λευκής αλεπούς του χιονιού για να οδηγήσει η δύναμή του
το πνεύμα της σωστά στον δρόμο των πεθαμένων και να μη χαθεί να τριγυρνάει ανάμεσα στους ζωντανούς, είχε φορέσει την χοντρή κάπα της
και χάθηκε ανάμεσα στην χιονοθύελλα που είχε εκείνες τις μέρες.
Κανένας δεν στράφηκε να την κοιτάξει γιατί ήταν ταμπού να κοιτάς μια Μητέρα που είχε περάσει ήδη στον κόσμο των πεθαμένων, μπορεί να
σου έπαιρνε την ψυχή μαζί της για συντροφιά. Είχε χάσει από καιρό
τα δόντια της και δεν μπορούσε να φάει , οι πόνοι στα κόκαλα της ήταν αφόρητοι κι όσο κι αν την πότιζαν με θεραπευτικά βότανα είχε φτάσει
η ώρα να φύγει ανάμεσα από τους ζωντανούς.
Δυο μέρες αργότερα οι κυνηγοί βρήκαν την κάπα της και την προσπέρασαν δίχως να την αγγίξουν. Οι Λίγκες που υπήρχαν άφθονοι στην περιοχή τους
θα είχαν κατασπαράξει το σώμα της ηλικιωμένης Μητέρας. Έτσι ήταν ο κύκλος της ζωής. Οι άνθρωποι κυνηγούσαν τα ζώα για το κρέας και τις
γούνες τους και όταν γερνούσαν πρόσφεραν το πνεύμα και το σώμα τους
σε αυτά για να τα ευχαριστήσουν που τους κρατούσαν ζωντανούς για
όσο το ήθελε η Μεγάλη Μητέρα Γη.
'' Πρέπει κι εγώ να φύγω '' σκέφτηκε η ηλικιωμένη Μητέρα με κάποια θλίψη. Είχε περάσει μια καλή ζωή πλάι στον σύντροφο που είχε διαλέξει γι αυτήν όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι η Μητέρα της κι εκείνος ήταν καλός κυνηγός,
δεν άφησε ποτέ την ίδια και τα παιδιά της να πεινάσουν κι όταν έφτασε
η ώρα να φύγει για το Μεγάλο Ταξίδι του στον κόσμο των πεθαμένων
υπήρχε ο άντρας της κόρης της για να προσέχει την εστία τους .
Πάντα την πρόσεχαν γιατί ήταν μια καλή θεραπεύτρια και είχε ανώτερη
θέση ανάμεσα στις άλλες εστίες της σπηλιάς. Ο άντρας της κόρης της ,
της έδινε πάντα τα πιο μαλακά κομμάτια από το κρέας που έφερνε και
η κόρη της ήταν μια καλή και ήσυχη γυναίκα που σεβόταν την Μητέρα της, όμως τα χρόνια είχαν περάσει. Δεν το είχε προγραμματίσει γι αυτό το
πρωινό αλλά κάτι της έλεγε πως έπρεπε να βγει από την σπηλιά, να ακολουθήσει το πεπρωμένο της.
Άναψε με το κάρβουνο την εστία και φύσηξε τις φλόγες να φουντώσουν.
Η κόρη της έκανε να σηκωθεί από τις δικές της γούνες να την βοηθήσει
όμως η ηλικιωμένη της έκανε νόημα να καθίσει στην θέση της. Θα έφτιαχνε πρώτα ένα αφέψημα να πιει και αν ακόμα είχε μέσα της την επιθυμία της φυγής θα έφευγε.
Μόλις ζεστάθηκαν οι πέτρες του μαγειρέματος τις έριξε μέσα στο δερμάτινο δοχείο με το νερό κι εκείνες μετέδωσαν σε αυτό την ζεστασιά τους. Έβγαλε τα αποξηραμένα βότανα που είχε στο σακούλι της και έριξε μια πρέζα
στο νερό. Αυτή η ανησυχία μέσα της όμως, δεν έλεγε να καταλαγιάσει,
το αντίθετο , όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο δυνατή.
Σηκώθηκε και φόρεσε το παντελόνι και το πουκάμισο από επεξεργασμένο δέρμα Λύκου και στολισμένο με δόντια και κόκαλα από μικρά τρωκτικά που
σε κάθε της κίνηση έκαναν έναν ρυθμικό θόρυβο.
Ήταν η τελετουργική στολή της και την φορούσε σπάνια.
Έχωσε τα αδύνατα πόδια της μέσα στις χοντρές μπότες από δέρμα
βονάσου και τυλίχτηκε στην γούνινη κάπα της. Τόση ώρα είχαν ξυπνήσει
κι οι άλλοι από τις γύρω φωτιές και την παρακολουθούσαν αμίλητοι, διακριτικά γιατί ήταν άπρεπο να κοιτάς τι κάνουν οι άλλοι δίπλα σου .
Όταν άφησε το σακούλι με τα γιατρικά της δίπλα στο στρώμα της
κόρης της, κατάλαβαν επιτέλους τι επρόκειτο να ακολουθήσει.
Η ηλικιωμένη Μητέρα, Πρώτη Θεραπεύτρια της φυλής Θα πήγαινε
στον κόσμο των Πεθαμένων.
Κανένας δεν την αποχαιρέτησε, κανένας δεν την κοίταξε σαν στάθηκε
για λίγο στην είσοδο της σπηλιάς κι ανασήκωσε το βαρύ τομάρι που
κρατούσε έξω το χιόνι και τον παγωμένο αέρα.
Χωρίς να διστάσει δρασκέλησε την είσοδο και χάθηκε ανάμεσα στο
χιόνι που έπεφτε απαλά, αθόρυβα, αδιάκοπα εδώ και μέρες.

Περπατούσε με δυσκολία χωρίς να βλέπει προς τα πού βάδιζε και
περίμενε πως από στιγμή σε στιγμή θα ακούσει κάποιο σαρκοβόρο να βρυχάται και να την οδηγεί στον κόσμο των πνευμάτων. Όμως τίποτα
τέτοιο δεν συνέβη και κάποια στιγμή κουρασμένη από το περπάτημα
κάθισε κάτω από ένα ψηλό δέντρο κι ακούμπησε αποκαμωμένη στον
κορμό του. Δεν είχε σκοπό να ξανασηκωθεί από εκεί.
Μια αστραπή πέρασε εμπρός από τα μάτια της. Ένας πονοκέφαλος σαν αυτούς που πάθαινε συχνά όταν ήταν πιο μικρή και έβλεπε περίεργες
εικόνες. Έτσι και τώρα είδε κάτι περίεργο, πως πίσω της άφησε τον
κόσμο των πεθαμένων κι όχι των ζωντανών. Η σπηλιά της είχε γίνει
ο κόσμος των πνευμάτων.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπε.
'' Μάλλον έχω πεθάνει τώρα πια, σκέφτηκε, βλέπω όνειρα '' όμως δεν ήταν νεκρή, ένοιωθε το κρύο, μύριζε τον αέρα γύρω της, άκουγε τα θροΐσματα
των κλαριών και το χιόνι είχε ξαφνικά σταματήσει να πέφτει.
Ο Θεός Ήλιος εμφανίστηκε ανάμεσα από τα σύννεφα κι η ηλικιωμένη Μητέρα κατάλαβε πως ήταν ζωντανή και θα παρέμενε ζωντανή.
Όλη της η ανησυχία είχε να κάνει με την φυλή της, με την σπηλιά!
'' Εκείνοι θα πεθάνουν! Όχι εγώ ''
Σηκώθηκε με κόπο και πήρε τον δρόμο του γυρισμού όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να προλάβει. Έπρεπε να τραβήξει από τον κόσμο των πεθαμένων την φυλή της. Βρήκε ένα ξύλο και στηρίχτηκε για να ανοίξει
δρόμο στο χιόνι.
Μερικοί κυνηγοί που είχαν βγει έξω την είδαν να επιστρέφει και της
γύρισαν την πλάτη, ήταν ένα κακό πνεύμα χάθηκε στην γη και ήθελε
να τους πάρει την ψυχή, ήταν ταμπού να το κοιτάνε.
Η ηλικιωμένη Μητέρα τους αγνόησε , τους προσπέρασε και στάθηκε
στην είσοδο της σπηλιάς , ενώ όσοι την είδαν ,τρομαγμένοι μαζεύτηκαν μακριά της. Έβαλε όλη την δύναμη της φωνής της για να τους πει πως
πρέπει γρήγορα να βγουν όλοι από τις εστίες τους να τρέξουν μακριά
από την σπηλιά .
Κανένας δεν της έδινε σημασία, ήταν ταμπού να απευθύνεις τον λόγο
σε μια πεθαμένη!
Ο Αρχηγός όμως σκέφτηκε πως αυτή είναι η Πρώτη Θεραπεύτρια,
μπορούσε λοιπόν να νικήσει τα πνεύματα και να γυρίσει από τον
κόσμο τους! Αλλιώς θα την είχαν ήδη κατασπαράξει τα σαρκοβόρα
της περιοχής τους. Διστακτικά πλησίασε προς το μέρος της και τότε
εκείνη φώναξε
'' Βιαστείτε '' και χτύπησε το ξύλο που κρατούσε στο χώμα της σπηλιάς..
Για ένα καπρίτσιο της τύχης ένα βουητό ακούστηκε να βγαίνει από τα σπλάχνα της γης και όλοι σχεδόν άρπαξαν ότι μπορούσαν στα χέρια τους,
ότι προλάβαιναν και έτρεξαν να βγουν από την σπηλιά.
Ο Αρχηγός τους φώναζε να βιαστούν αφού η δύναμη της Πρώτης Θεραπεύτριας ήταν τόση μεγάλη που έκανε την γη να μουγκρίζει.
Μερικοί γύρισαν και πήραν σκεύη, σκεπάσματα, η κόρη της γονάτισε
και της πρόσφερε και πάλι το σακούλι με τα γιατρικά της και δυο κυνηγοί
με τις οικογένειες τους αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τους άλλους
και παρέμειναν στην ζεστασιά της σπηλιάς.
Η ηλικιωμένη Μητέρα γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε αποφασιστικά από το πλάτωμα της σπηλιάς με τον Αρχηγό και τους
κυνηγούς να την ακολουθούν και πιο πίσω οι γυναίκες και τα παιδιά.
Θα ήταν κοντά σαράντα ψυχές όλοι μαζί.
Το βουητό ακούστηκε ξανά κι αυτή την φορά ήταν πολύ πιο δυνατό και
τότε η γη άρχισε να χορεύει κάτω από τα πόδια τους.
Βράχια ξεκολλούσαν από το βουνό και κυλούσαν επάνω στο χιόνι όμως
ήταν αρκετά μακριά πια για να τους κάνουν κακό και τότε με ένα δυνατό
κρότο η σπηλιά που τους είχε φιλοξενήσει για τόσα πολλά χρόνια πού
ούτε οι πιο παλιές γενιές δεν θυμόταν από πότε , κατέρρευσε παρασέρνοντας στον κόσμο των πεθαμένων εκείνους που είχαν αρνηθεί
να φύγουν..
Η Πρώτη Θεραπεύτρια είχε σώσει τις ζωές των ανθρώπων της φυλής της.
Είχαν μείνει χωρίς καταφύγιο πια, έπρεπε να ψάξουν να βρουν άλλη
σπηλιά να στήσουν τις εστίες τους. Ο Αρχηγός έδωσε το σύνθημα να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση.
Ο κυνηγός άντρας της κόρης της γονάτισε, την πήρε στους ώμους του με σεβασμό και ξεκίνησαν για το μακρινό ταξίδι τους προς τα πιο ζεστά
μέρη του Νότου.
Στον δρόμο θα κυνηγούσαν για να τραφούν και η ηλικιωμένη Μητέρα
θα τους τραγουδούσε τους ύμνους που είχε μάθει από την δική της μητέρα και τα λόγια της θα μιλούσαν για την Πρώτη Μητέρα την γη που έσμιξε
με τον Θεό Ήλιο και από την μήτρα της ξεπήδησαν τα ζώα και τα ποτάμια ,
τα φυτά και τα δέντρα και μετά γέννησε τον Πρώτο Άντρα και την Πρώτη Γυναίκα που έσμιξαν και πρόσφεραν στην Μητέρα Γη το γένος των ανθρώπων.


                                                                                                                Levina




photo_DarylHannah-ClanoftheCaveBear


Je suis Μαλάκω


βασανίζομαι plus





το ανακάλυψε η  καλή μου μάγισσα με το γλυκό χαμόγελο

βρήκα πως μου ταιριάζει γάντι

σ΄  εσάς?



Ένα μεγάλο μπράβο στους δημιουργούς του video
και στο κορίτσι που τραγουδά
μια από τις πιο γλυκιές φωνές που έχω ακούσει!


Μας το Αφιερώνω
Καλημέρα Μας

Levina






23.2.13

Κλεμμένη Ζωή

Γυναικείες Στάχτες
Ιστορία 2η

Η δεύτερη ιστορία που ανήκει σε αυτή την ενότητα την είχα αναρτήσει στους πρώτους μήνες που άνοιξα
αυτό εδώ το blog. Από τότε έχει περάσει πολύς καιρός οπότε μπορώ να την εντάξω κανονικά στις
« Γυναικείες Στάχτες» και να την παρουσιάσω ξανά.
 






Ανέβαινε αργά, με κουρασμένα βήματα τον λόφο, έχοντας τον ήλιο στην πλάτη της να χρυσώνει με τις τελευταίες αναλαμπές της μέρας τον δρόμο της.
Τα σύννεφα έπαιρναν ήδη τα τελευταία τους χρώματα, λίγο από ρόδινο, λίγο από μοβ, λίγο από γκριζολευκο, ο αέρας τα ξέφτιζε και τα ΄σπρωχνε να φύγουν προς το βάθος του ορίζοντα, εκεί που η άκρια της θάλασσας συναντά το γαλάζιο τ’ ουρανού και μαζί καταπίνουν τον δίσκο του ήλιου για να γεννήσουν την νύχτα σε έναν αέναο κύκλο, κάθε μέρα, κάθε νύχτα, για τόσα χρόνια που δεν μπορεί να συλλάβει τ΄ ανθρώπου ο νους.
Σταμάτησε να πάρει ανάσα, είχε λαχανιάσει από την προσπάθεια, τα
γόνατα της έτρεμαν, ήθελε να γείρει το λεπτό κορμί της εκεί, πάνω στις πέτρες μα αν σταματούσε ήξερε πως δεν θα χε το κουράγιο μετά να συνεχίσει, να τελειώσει αυτό που άρχισε.
Έσφιξε στην χούφτα της το τσαλακωμένο γράμμα, το έφερε κοντά στο πρόσωπο της και το μύρισε, εκείνος ήταν εκεί μέσα, η μυρωδιά του και
ας μην μύριζε τίποτα αυτό το ξερό πολυκαιρισμένο χαρτί,
τα δικά του γράμματα χόρευαν μπροστά στα θολωμένα μάτια της………

( Αγάπη μου
μη κλάψεις καρδούλα μου , γρήγορα θα γυρίσω να σε πάρω μαζί μου,
να ξαναφύγουμε μαζί, αφού το ξέρεις πως ζωή δεν έχουμε σε αυτόν τον
τόπο, περίμενέ με αγάπη μου, εγώ σε παίρνω τώρα μαζί μου, σε έχω
στην βαθιά στην καρδιά μου , πολύτιμο φυλαχτό μου, αγαπημένη μου,
έχω τα μάτια σου, την αγκαλιά σου, την γλυκιά σου την φωνή να μου λέει
σ΄ αγαπώ…θα γυρίσω καρδιά μου, θα περάσει γρήγορα ο καιρός να το δεις
και θα είμαστε για πάντα μαζί, να φτιάξουμε το σπιτικό μας,
να μεγαλώσουμε τα παιδάκια μας… για εμάς φεύγω, για μια καλύτερη ζωή,
μη κλάψεις καρδούλα μου, δυνατή σε θέλω τώρα, να με περιμένεις. )

Φίλησε το γράμμα και έβαλε σε αυτό το φιλί όλη την ραγισμένη καρδιά της, όλη την λαχτάρα της για εκείνον που δεν γύρισε ποτέ και ας της το ΄χε
ταμένο και ας μαράζωσε να τον περιμένει χρόνια ατελείωτα.
Έφτασε αγκομαχώντας στην κορφή του βράχου και αγνάντεψε το πέλαγος.
Εκεί ψηλά έδωσαν το πρώτο τους φιλί, εκεί της ορκίστηκε πως για πάντα θα ήτανε δικός της .
Έλυσε τα μαλλιά της και ο αέρας τα πήρε , λευκά μπαμπάκια και τα σβούριξε γύρω από τον λαιμό της, όρθωσε το κορμί της , σα να ξανάγινε και πάλι
είκοσι χρονών και εκεί άνοιξε την παλάμη της κι άφησε να πετάξει το γράμμα που φύλαγε τόσους χρόνους να πέσει στα βράχια κάτω στα πόδια της.
Παρακολούθησε την πορεία του με μάτια στεγνά από δάκρυα πια,
να φτερουγίζει σαν λευκό περιστέρι, , να ξανεμίζεται, να φτάνει χαμηλά
στα κύματα που χτύπαγαν τα βράχια και τέλος να χάνεται στους λευκούς αφρούς.
'' Γυρίζει Λένη, γυρίζει ο Κωνσταντής, μεγάλος και τρανός ξανάρχεται
στο νησί μας, έφτασε στον Πειραιά, αύριο θα είναι και πάλι εδώ,
για σένα ρώταγε καημένη Λένη, τι κάνεις, να σε δει θέλει. ''
Της μήνυσαν οι γειτόνισσες κι όρμησαν οι θύμησες, Ο Κωνσταντής,
οι ματιές, τα σκιρτήματα, η αγκαλιά του, τα φιλιά του, η αγάπη τους,
το φευγιό του.
Και τώρα γύριζε ξανά, μετά από σαρανταπέντε χρόνια , χωρίς ένα γράμμα,
χωρίς τίποτα από δαύτον που τον περίμενε όπως η πιστή Πηνελόπη
τον Οδυσσέα της, γύριζε πλούσιος, αυτά βλέπεις μαθαίνονται γρήγορα,
γύριζε και της μήνυσε πως ήθελε να την δει!!
'' Όχι βρε Κωνσταντή, πείσμωσε εκείνη, δεν θα με δεις πια, όσο σε περίμενα δεν με σκέφτηκες να μου στείλεις δυο λόγια, όχι να ΄ρθεις να με πάρεις
όπως μου ΄ταξες, αλλά δυο λόγια παρηγοριάς, δεν ήθελα εγώ τα
πλούτη σου, τι να τα κάνω τα λεφτά σου; να γεμίσω το σπίτι μας παιδιά και εγγόνια με δαύτα; Ν΄ αγοράσω τα νιάτα μας; Κράτα τα Κωνσταντή και να σαι καλά, ζήσε με αυτά που κέρδισες, αυτά που κουράστηκες να κερδίσεις,
δικά σου είναι, γι αυτά με πούλησες ! Άντε στο καλό σου Κωνσταντή. ''
Γύρισε και σαν θαλασσοπούλι γοργά κατέβηκε από τον βράχο πίσω
στο χωριό, μπήκε στην αυλή της και έκλεισε ξωπίσω της την αυλόπορτα,
την διπλοκλείδωσε.

Δεν άνοιξε την πόρτα της όταν έφτασε εκείνος στο λιμάνι, δεν καταδέχτηκε
να κατέβει με το πλήθος να σταθεί να τον υποδεχτεί, ούτε σαν έφτασε
την ίδια μέρα στο σοκάκι της και της χτύπησε την πόρτα δεν του άνοιξε.
Δεν καταδέχτηκε ούτε ένα ''φύγε'' να του πει για να μην ακούσει την
φωνή της.
Μια βδομάδα Εκείνος ξεροστάλιαζε έξω από την αυλή της, την παρακάλαγε άλλοτε με φωνή βραχνή, άλλοτε διατάζοντας, άλλοτε βροντοχτυπόντας
κι απειλώντας να ρίξει την αυλόπορτα, μα εκείνη ούτε που έβγαινε να δει
τι γίνεται, μόνο άκουγε πίσω από τις κλειστές κουρτίνες.
Περίμενε, τι περίμενε ούτε η ίδια δεν ήξερε .
Μέχρι που εκείνος κατάλαβε πως η πόρτα δεν θα άνοιγε κι έφυγε.
Πήρε το καράβι και χάθηκε και πάλι από εκεί που ήρθε.

Ξαναβγήκε εκείνη στην αυλή της, περιποιήθηκε τα λουλούδια της,
χαιρέτησε τις γειτόνισσες και έφτιαξε τον καφέ της να τον πιει κάτω
από την κληματαριά.
'' Άρε καημένε Κωνσταντή, ούτε την αυλόπορτα δεν ήσουν άξιος να σπάσεις!''
μουρμούρισε και ρούφηξε μια γουλιά καφέ.


                                                  Levina






22.2.13

Βροχερή Καλημέρα







Καλημέρα με ένα μπολ γεμάτο χρώματα … παγωτό φιστίκι, φράουλα, κρέμα, ζαχαρωτά και …
Βρέχει, πάλι βρέχει όλη την νύχτα κι εγώ να κοιμάμαι με ένα μάτι σαν τον σκύλο που
μυρίζεται τον κίνδυνο, μόνο που ο σκύλος θα πεταχτεί ορεξάτος γαβγίζοντας να κυνηγήσει
φαντάσματα, ενώ εγώ σέρνομαι από πόρτα σε παράθυρο και πάλι πίσω.
Την λατρεύω την βροχή και συνάμα … να προχθές που σταμάτησε η αντλία των ομβρίων και
πλημμύρισε η αποθήκη, μόλις τελειώσαμε να φέρνουμε τα βρεγμένα στο γκαράζ και να απλώνουμε ρούχα να στεγνώσουν  … μου δημιούργησε κρίση  πανικού.

Αυτό είναι το κακό … άσχετο αλλά ξέρεις τι είναι κρίση πανικού? Να στεγνώνει το στόμα σου,
να σταματά η καρδιά σου, να τρέμει το κορμί σου ανεξέλεγκτα έτοιμο να καταρρεύσει, να σου
είναι αδύνατο να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο τις σταγόνες του νερού… Παλιό κατάλοιπο
αυτό από τον πανικό που παθαίνω αν βρεθώ ανάμεσα σε πολύ  και  άγνωστό μου κόσμο … Όχι αυτό δεν θα το αφήσω να γίνει χρόνιο, θα το πολεμήσω, δεν θα μου γίνει κάτι που αγαπώ εφιάλτης !

Άσχετο κι αυτό …κάποτε όταν με πονούσε, όταν με απογοήτευε κάτι απλά του γύριζα την
πλάτη κι έφευγα, κρατώντας το μέσα μου σαν το τσίμπημα της βελόνας … ακίνδυνο μα
οδυνηρό. Δεν γυρίζω πια την πλάτη σε κανέναν και σε τίποτα κι ας  με ξαφνιάζουν αυτά που
διαμάντια τα νόμιζα και μου βγήκαν ιμιτασιόν.

Θα έρθει και η Άνοιξη σε λίγο, τελειώνει κι αυτός ο Χειμώνας, οι αμυγδαλιές έχουν ήδη
ανθίσει, εχθές είδα και μια λευκή ίριδα στον κήπο, οι μωβ αργούν να βγουν… θέλω να βγει ο
ήλιος, θέλω να ζεσταθώ περπατώντας στους ήσυχους δρόμους … μπουμπουνίζει και ταράζεται
όλο το βουνό από το πρωί κι εγώ …


θέλω να αισθανθώ ξανά πολύχρωμη … βαρέθηκα να είμαι  γκρι .
Καλημέρα σας είπα ; 


                                                                                                                         Levina





19.2.13

Ταγκό Θανάτου


Γυναικείες Στάχτες 
Ιστορία 1η.

Τον περίμενε τον θάνατο, κάθε μέρα ερχόταν με την ίδια μορφή, είχε μάθει πια
να ζει μαζί του, να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι, να του στρώνει το τραπέζι
και να κάθεται απέναντί του όσο εκείνος δοκίμαζε με μεγάλες μπουκιές
τα φαγητά της, βογκώντας και ρουθουνίζοντας από ευχαρίστηση.

Όσο εκείνη έλιωνε, τόσο εκείνος γέμιζε από την χαμένη ζωή της, λες και
η ζωή είναι σταλαγματιές που πέφτουν από τους πόρους του κορμιού
και τα γυμνά πέλματα του θανάτου περνούν επάνω τους και τις απορροφούν
σαν σφουγγάρι.
Παρατηρούσε το πρόσωπό του που είχε πια ένα ικτερικό χρώμα, τα σφιγμένα
σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του, τα μεγάλα γαλάζια μάτια του που έμοιαζαν
άχρωμα καθώς κολυμπούσαν μέσα σε μια κίτρινη θάλασσα και αυτοί
οι σκούροι κύκλοι που σακούλιαζαν επάνω στα χλωμά του μάγουλα
σαν μαύρες σταγόνες που ετοιμαζόταν να πέσουν επάνω στο πιάτο του.
Κάποτε το είχε λατρέψει αυτό το πρόσωπο… όχι αυτό, εκείνο που λάτρευε
ήταν ένα γελαστό πρόσωπο, τα μάτια του την κοιτούσαν με λατρεία
ή μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας της.
Άραγε υπήρξε ποτέ εποχή που εκείνος την αγαπούσε?

'' Της το πες? '' την ρώτησε
'' Όχι ακόμα '' του απάντησε κι η φωνή της ήταν σιγότερη κι από ψίθυρο
'' Κανόνισε να της το πεις πως θα την πάρεις στο κομμωτήριο, για να μη το πω
εγώ με άλλο τρόπο, αρκετά σας τρέφω τόσα χρόνια εσένα και τις κόρες σου,
άχρηστες όλες σας, τέλος αυτά που ξέρατε. ''
Της είπε και χτύπησε δυνατά την γροθιά του στο τραπέζι κάνοντας τα πιάτα
να χορέψουν.
Ήθελε να του πει πως κι εκείνη δουλεύει τόσα χρόνια στο κομμωτήριο,
όλη μέρα ορθοστασία, ήθελε να του πει πως δεν ήταν μόνο δικές της κόρες,
ήταν και δικές του, όμως αυτός ποτέ δεν ήθελε κορίτσια, γιο ήθελε κι αυτή
δεν ήταν ικανή να του χαρίσει έναν γιο, να τον κάνει κι αυτόν λίγο ευτυχισμένο.
Μόνο κόρες γέννησε και μετά της είπαν οι γιατροί πως δεν θα κάνει άλλο παιδί .
Τότε άλλαξε εκείνος, άρχισε να χάνεται από το σπίτι, άρχισε να σηκώνει το
χέρι του επάνω της για το παραμικρό… γιατί δεν ήταν ζεστό το φαΐ του,
γιατί δεν είχε το πουκάμισο που ήθελε καθαρό, γιατί μίλησε στο τηλέφωνο,
γιατί έκλαψε το μωρό κι εκείνη χανόταν εμπρός στην ορμή του.
Που να έφευγε να πάει αφού δεν είχε κανέναν άλλο στην ζωή, γονείς,
αδέλφια, κανένα συγγενή κι εκείνος το ήξερε πως ήταν χωρίς συμπαραστάτη
κι όλο και περισσότερο ξεσπούσε επάνω της.
Και τώρα θέλει να βγάλει από το σχολείο την μεγάλη, να μην πάει στο Λύκειο,
να πιάσει δουλειά να βοηθά το σπίτι και πώς να το πει στο κορίτσι της που
είναι αριστούχο κι έχει μέλλον στα γράμματα?
Κατάπιε το σάλιο της μαζί με τον κόμπο που έκατσε στον λαιμό της κι έσκυψε
το κεφάλι. Εκείνος τέλειωσε το φαΐ του και χωρίς να της ρίξει μια ματιά
χάθηκε στην κρεβατοκάμαρα τους, άκουσε το κρεβάτι που έτριξε κάτω
από το σώμα του και σε λίγο ακουγόταν ο μονότονος ήχος της αναπνοής του
κι ένα ροχαλητό που έδειχνε πως είχε πια αποκοιμηθεί.
Μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τα πιάτα και αλαφροπατώντας πήγε να καθίσει
πίσω από την πόρτα να περιμένει τα κορίτσια από το σχολείο για να μη
χτυπήσουν το κουδούνι και τον ξυπνήσουν.

Μια εβδομάδα σπάραζε η μεγάλη που θα σταματούσε πια το σχολείο, έβριζε
θεούς και δαίμονες, έριχνε επάνω στην μάνα της το φταίξιμο που ήταν τόσο
αδύναμη να του εναντιωθεί, να σηκώσει κεφάλι, να τον καταγγείλει που
την έδερνε και τελευταία σήκωνε χέρι και στα κορίτσια, όχι τόσο στην μικρή
που είχε και τα ίδια γαλάζια μάτια με αυτόν, όσο στην μεγάλη που ήταν
ολόιδια η μάνα της.
Έτσι τις βρήκε ένα μεσημέρι που γύρισε νωρίτερα από την δουλειά του,
αγκαλιασμένες να κλαίνε και γυάλισε το μάτι του.
Άρχισε ο καυγάς και γρήγορα ξέφυγαν και τα λόγια και τα χέρια, έβγαλε
την ζώνη του κι άρχισε με λύσσα να βαρά την ξεροκέφαλη κόρη που
ούρλιαζε από τους πόνους ενώ η μάνα της προσπαθούσε να μπει μπροστά
να την προστατέψει.
Ξάφνου ένοιωσε ένα φρικτό πόνο στην κοιλιά , του έπεσε η ζώνη από τα χέρια
και δίπλωσε στα δυο . Τότε είδε το κουζινομάχαιρο που εξείχε από το σώμα του
και τα μαύρα μάτια της γυναίκας του να τον κοιτούν με όλο το μίσος που
ξεχείλιζε η καρδιά της γι αυτόν.
Λύγισε κι έγειρε στο πάτωμα, άκουγε μόνο φωνές γύρω του, το παιδί που
ούρλιαζε, η άλλη του κόρη που φώναζε – μπαμπά, μπαμπά- και μετά όλα
έσβησαν γύρω του.

Δυο μήνες μετά επέστρεψε σπίτι του, ήρθε η ίδια η γυναίκα του να τον
πάρει από το νοσοκομείο που οι γιατροί έδωσαν πραγματική μάχη για
να σωθεί η ζωή του. Είχε χάσει πολύ αίμα, είχε χτυπήσει ζωτικά όργανα
το μαχαίρι κι ακόμα κι εκείνη έδωσε αίμα για να σωθεί ο άντρας της.
Στην αρχή την συνέλαβαν, τρεις μέρες την κράτησαν και την ανέκριναν
κι εκείνη καθόταν χωρίς να μιλά και να τρώει περιμένοντας το τέλος , όμως
όταν εκείνος συνήλθε και μπόρεσε να ψελλίσει λίγα λόγια, ομολόγησε
πως εκείνος κρατούσε το μαχαίρι όταν γλίστρησε στην άκρη του χαλιού
και έγινε το κακό.
Δεν τολμούσε να πει πως αυτή η μύγα τον μαχαίρωσε , αυτόν που ήταν ένα
θεριό εμπρός της.
Δεν έχει σημασία αν τον πίστεψαν ή όχι, σημασία
είχε πως την άφησαν ελεύθερη να γυρίσει στο σπίτι και τα παιδιά της.
Κι εκείνη κάθε μέρα ετοίμαζε φαγητό και πήγαινε να τον δει στο νοσοκομείο.
Κάποια στιγμή που ήταν ολομόναχοι στον θάλαμο, αφού είχε συνέλθει πια
κι εκείνη ερχόταν κάθε μέρα και τον έβλεπε, μόλις τον είχε πλύνει και
του σκούπιζε το πρόσωπο, σκυμμένη καθώς ήταν πάνωθέ του ψιθύρισε …

'' Θα γυρίσεις σπίτι Μιχάλη, θα γίνεις καλός πατέρας για τα παιδιά μας, δεν
θα ξανασηκώσεις το χέρι σου σε καμία μας και η Δαφνούλα θα
τελειώσει το σχολείο, τ΄ ακούς ? Αλλιώς δεν θα σε αφήσω να
ξανακοιμηθείς ήσυχα στο μαξιλάρι σου, θα έχεις πάντα τον φόβο μου
γιατί θα σε σφάξω Μιχάλη, στ΄ ορκίζομαι κι ας γίνει ότι θέλει μετά. Εκτός
αν προλάβεις και με σφάξεις εσύ. '' Η φωνή της ήταν γεμάτη αποφασιστικότητα
και τα μάτια της του έλεγαν πως δεν αστειευόταν.

Στην αρχή ήταν απόμακρος, γύρισε στην δουλειά του και στο σπίτι έμοιαζε
σαν να κυκλοφορούσε το φάντασμά του, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, ούτε
ρωτούσε, ούτε διέταζε πια, μόνο ερχόταν, έτρωγε και κοιμόταν ή
καθόταν εμπρός στην τηλεόραση μέχρι να ξαναφύγει για την δουλειά του
το άλλο πρωί. Κάποια μέρα που εκείνη μάζευε με την μικρή το τραπέζι
γύρισε και της είπε
'' Πολύ καλή μαγείρισσα είσαι Βασιλική ''
και κάποια άλλη φορά πάλι που του έδωσε ένα ποτήρι νερό η μεγάλη
της είπε '' Ευχαριστώ '' Ποτέ δεν τους είχε μιλήσει έτσι .

Μια αφύσικη ησυχία απλώνονταν πάνω από το σπίτι τους, λες και θα
ξεσπούσε από λεπτό σε λεπτό η καταιγίδα κι όλες περίμεναν πότε θα
γινόταν αυτό.
Ένα απόγευμα εκεί που έβλεπε τηλεόραση φώναξε την μεγάλη που ήρθε
απρόθυμα να δει τι την θέλει.
'' Διαβάζεις, τι διαβάζεις ? '' την ρώτησε
'' Έκθεση γράφω πατέρα '' του απάντησε παραξενεμένη. Από πότε
εκείνος ενδιαφερόταν για τα μαθήματά της? Δεκατέσσερα χρόνια
δεν είχε ενδιαφερθεί γι αυτήν.
'' Τι θέμα? '' συνέχισε εκείνος και για πρώτη φορά μετά από καιρό την
κοίταξε κατάματα. Ρίγησε το κορίτσι κάτω από αυτό το γαλάζιο βλέμμα.
'' Δεν το έχω βρει ακόμα, ελεύθερο θέμα έχουμε .''
'' Θα στο πω εγώ το θέμα Δαφνούλα, γράψε για έναν πατέρα που δεν
κατάλαβε ποτέ του πως είχε οικογένεια. Άριστα θα πάρεις. ''






____                                              Levina



στο τσιγαρόχαρτο

Τέρμα Εδώ. Εμπάτε. Ποταμός Αχέρων….. Α. Εμπειρίκος painting Adams Brenoch