23.9.11

Το τρελοβάπορο


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες "βίρα-μάινα"
την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
από τα βάθη φτάνει στους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα

Μα βγαίνει βαπόρι στα βουνά?
Εκεί το θέλει ο καπετάνιος ο κυρ-Οδυσσέας , εκεί το ζωγραφίζει με τους στίχους του,
δένει το μπλέ της θάλασσας με το πράσινο των βουνών
Βίρααα...... Μάιναααα….
παιχνιδίζουν οι φωνές και το βαπόρι στο μεγάλο ταξίδι του
μέσα στον χρόνο δεν έχει εμπορεύματα στ΄ αμπάρια,
Ελλάδα έχει, Ελληνική ψυχή,
χιλιάδες ψυχές που ανασαίνουν καθαρό αέρα
καθώς το ταξίδι είναι μακρινό και περνά μέσα από χρόνους δύσκολους.
Το τρελοβάπορο δεν έχει ανάγκη 
γιατί έχει οδηγό τον Ήλιο
τον αφέντη τον Ηλιάτορα.



καλό Σαββατοκύριακο 

21.9.11

Καβάλα παν' στην εκκλησιά

καβάλα προσκυνάνε...

Αξία έχεις όταν  λιβανίζεις μοναχός τον εαυτό σου
ή όταν σε λιβανίζουν?

Αξία έχεις όταν σε λιβανίζουν γιατί μοιράζεις καραμέλες
σε χρυσόχαρτα  ή γιατί μοιράζεις  φως, γνώση, ζωή?

Αξία έχεις όταν αναγνωρίζεις  την μοναδικότητα σου εσύ
ή όταν την αναγνωρίζουν οι άλλοι?

Αξία έχεις όταν  αναγνωρίζουν  την μοναδικότητα σου 
οι  πραγματικά Μοναδικοί  ?

Αξία έχεις όταν κυνηγάς  να πιάσεις την κορυφή  και  χτίζεις 
σκαλοπάτια στην ακροθαλασσιά για να πατήσεις?

Αξία έχεις  γιατί  σου έπεσαν οι παρωπίδες μεγάλο νούμερο,
δεν βλέπεις γύρω σου και νομίζεις πως μόνο  ευθεία
πάει ο δρόμος και το χαίρεσαι ?

Αξία έχεις  γιατί  ζεις  σαν  απλός άνθρωπος και ονειρεύεσαι 
ότι είσαι ο master of the universe?

Αξία έχεις γιατί εσύ κόλλησες αυτή την ετικετούλα 
στον εαυτό σου?

Δεν είναι  Quiz, ούτε Test
Μερικές απλές απορίες  είναι ,
αόριστες και χωρίς προορισμό
και χωρίς να περιμένουν απαντήσεις!

Μου ήρθαν  έτσι χύμα στο μυαλό
καθώς  σκεφτόμουν.... διάφορα
και ξαφνικά 
μου  ήρθε να φωνάξω…. Ξεκαβαλάτεεε .

Μετά  όμως το σκέφτηκα καλύτερα και είπα στον εαυτό μου.
-        και γιατί να το  φωνάξεις ??

Γιατί να  καταστρέψεις  τις  φωνητικές σου χορδές ,
αφού έτσι και αλλιώς τις αυταπάτες δεν μπορείς
να τις καταστρέψεις!!

Οπότε  Καληνύχτα σας (πρωί είναι αλλά τι σημασία έχει?)
Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει  ποτέ!

 


Η εικόνα με τα γαιδουράκια άσχετη αλλά μου άρεσε !
Εξ άλλου εγώ σε χωριό ζω, υπάρχουν ακόμα εδώ αυτά τα συμπαθέστατα τετράποδα και έτσι…
από καλό λάδι μπορεί να μη ξέρω αλλά
από καλά γαϊδούρια ξέρω!!

Που ταιριάζουν στο κείμενο ( αν λέγεται αυτό κείμενο )??
Μια φίλη  απο  την Λάρισσα μου είχε πει κάποτε
πως όσους ανήκουν  στις πιο πάνω περιπτώσεις
τους κολάνε στο χωριό της την ρετσινιά...
Στον γάιδαρο καβάλα...

υγ.  η συμπαθέστατη γιαγιά στην πρώτη φωτογραφία μια χαρά είναι  επάνω στο μεταφορικό της μέσον και  καθόλου δεν την αφορούν τα γραφόμενά μου.









19.9.11

Ελλάδα, χρώμα ...2



Είναι αυτά τα μικρά μαγαζάκια, που οι τοίχοι είναι γεμάτοι
πολύχρωμους ασβέστες, ώχρα και λουλακί και ξεφτισμένα χρώματα,
δεν σου γεμίζουν το μάτι μα σαν μπεις μέσα θα βρεις ξεχασμένους θησαυρούς..

Καραμέλες, πατατάκια, γάλατα, γκαζάκια
ανάκατα με απορρυπαντικά και μυγοπαγίδες
και κονσέρβες και χαρτικά…
και κάπου  εκεί στην άκρη θα έχει και το ψυγείο με τα σφάγια…

Θα παραγγείλεις πορτοκαλάδα και Ελληνικό καφέ,
Θα καθίσεις κάτω από την κληματαριά
 και θα στα φέρουν σε φτηνά σερβίτσια πάνω
στον αλουμινένιο δίσκο, μα θα είναι ο πιο ωραίος καφές
που έχεις πιει ποτέ.

Ίσως όταν ξαναπάς το μαγαζάκι πια να μην υπάρχει,
μα θα έχει μείνει μέσα σου βαθιά ριζωμένη ανάμνηση
με εκείνες τις διακοπές σου.




ΚΡΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ


Καλή εβδομάδα

16.9.11

Ελλάδα, χρώμα...1





Τα ταπεινά πολύχρωμα  γεράνια
Γεμίζουν χρώμα τις αυλές και τα μπαλκόνια
Αγκαλιασμένα με τον καλοκαιρινό δυόσμο
Τις μπουκαμβίλιες, τα άγρια σκυλάκια
Μου θυμίζουν διακοπές, κρυστάλλινα νερά, καθαρό αέρα.
Ένα παράθυρο σε κάποιο νησί, η κουρτίνα κεντημένη από άξια χέρια
και  η γλάστρα στην ασβεστωμένη αυλή πνιγμένη
κάτω από τα κόκκινα λουλούδια του γερανιού.

ακουαρέλες 200Χ300


10.9.11

Κρυστάλλινη κούκλα




Κοίταξε με απορία την καύτρα που του έκαιγε τα δάχτυλα,
ούτε που το είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα, καθόταν στη άκρη στο παρτέρι, να μην λιώσει τα γεράνια που άνθιζαν δίπλα του και κοιτούσε αφηρημένος τα σύννεφα που μαζεύονταν ψηλά στον ουρανό.
Νύχτωνε.
Ακόμα κανένα νέο, τόσες ώρες και δεν είχε βγει κανένας
 να τον ειδοποιήσει, να  μπορέσει να ρωτήσει τι γίνεται.
Δάκρυα του ερχόταν στα μάτια αλλά τα πίεζε να ξανακατέβουν
στον δρόμο που πήραν για να ανέβουν, δεν το είχε σκοπό να κλάψει,
ότι και αν ερχόταν αυτός ήταν δυνατός,
τώρα θα ήταν δυνατός και για τους δυο τους.
Έσβησε το τσιγάρο και μπήκε πάλι μέσα, στην αίθουσα αναμονής,
βαμμένη με την γκρίζα λαδομπογιά και πορτοκαλιές λεπτομέρειες,
ποιος στο καλό το σκέφτηκε να την βάψει με αυτά τα θλιβερά χρώματα?
Περίμενε , που την βρήκε τόση υπομονή να περιμένει χωρίς να μιλάει τόσες ώρες, αυτός που με το παραμικρό τα νεύρα του χτυπούσαν κόκκινο?
Εκείνη ήταν μέσα, τόσο μακριά του και τόσο πολύ κοντά του,
για εκείνη περίμενε, ούτε στον γάμο τους δεν τον είχε αφήσει να την περιμένει! Είχε φτάσει στην ώρα της και ας της έλεγαν οι φίλες της
να φέρουν ακόμα μια γύρα το τετράγωνο για να αφήσουν τον γαμπρό στην αγωνία ! εκείνη  έτρεξε κοντά του , γελαστή, ευτυχισμένη, τρελά ερωτευμένη, ανυπόμονη να γίνει ένα με αυτόν.
Και τώρα για πρώτη φορά τον άφηνε να περιμένει.
Ο γιατρός φορούσε ακόμα το κάλυμμα των μαλλιών
και τα προστατευτικά στα παπούτσια του,
ο ιδρώτας είχε σχηματίσει μεγάλες κηλίδες
στην σκούρα πράσινη στολή του.
Του μιλούσε , αργά, ήρεμα , έπρεπε να συγκεντρωθεί να καταλάβει,
τι στο καλό του έλεγε? Δεν τον ένοιαζε τίποτα,
μόνο να ήταν εκείνη ζωντανή.
Ναι ήταν ζωντανή αλλά….
Έπρεπε να γίνει , ήταν απαραίτητο για την ζωή της, στις
επόμενες ώρες θα συνερχόταν, θα τον είχε ανάγκη ,
να νοιώσει την αγάπη του, την αγκαλιά του, να της εξηγήσουν.
Ο όγκος δεν άφηνε περιθώρια, έπρεπε να γίνει.
Χιλιάδες εικόνες πέρασαν σαν αστραπή από τα μάτια του,
στιγμές…
Γελούσε, του έκλεινε πονηρά το μάτι, του έβγαζε την γλώσσα,
έκλαιγε για μια χαζοταινία, του έκλεβε τις τηγανιτές πατάτες,
του έκανε έρωτα, τον αγκάλιαζε στην μέση του δρόμου,
του πέταγε το μαξιλάρι θυμωμένη, έτριζε τα δόντια της
στον ύπνο της, οι πατούσες της ήταν κρύες τον χειμώνα…
Πως θα της το έλεγε?
Αγάπη μου σου αφαιρέσαμε κάτι…σου λείπει κάτι…
έπρεπε να βγάλουμε αυτό για να ζήσεις…στο κόψαμε για να …
πως στο καλό να το πει?
Θα ξανάβλεπε το χαμόγελό της? Θα ξαναχαμογελούσε μετά από αυτό?
Ζωή μου !


Ήταν τόσο χλωμή, το δέρμα της είχε μια αρρωστημένη απόχρωση του κίτρινου, τόσο εύθραυστη, τόσο διάφανη, έβλεπε τις μικρές φλέβες που κυκλοφορούσε το αίμα της κάτω από την διάφανη επιδερμίδα της.
Ίσα που ανάσαινε και τόσα σωληνάκια συνδεδεμένα στο μικροσκοπικό σώμα της. Είχε συνέλθει πια από την νάρκωση, όλη την νύχτα την πέρασε στο πλάι της να της κρατά το μικρό χέρι και να παρακολουθεί την κάθε της ανάσα, να βλέπει τα βλέφαρά της να πεταρίζουν από κάποιο όνειρο, κάποια στιγμή του φάνηκε πως είδε και ένα αμυδρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών της που χάθηκε πολύ γρήγορα, σαν να μην υπήρξε.
Όλη νύχτα με το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της, όλη νύχτα να τάζει την ζωή του για την ζωή της, σε έναν αόρατο Θεό να ικετεύει να την αφήσει εκείνη στην γη με όποιο αντάλλαγμα του ζητούσε, ζωή , μάτια, χέρια, ψυχή…τα πάντα τα έδινε ότι είχε.
Το χέρι της πετάρισε μέσα στο δικό του, δυο τεράστια σκούρα μάτια με θολωμένο βλέμμα  τον κοίταξαν.
Το λευκό χέρι σηκώθηκε και άγγιξε απαλά το πρόσωπό του.
  - είσαι αξύριστος, κουράστηκες αγάπη μου.
η φωνή της τόσο σιγανή σαν ψίθυρος.
  - ζωή  μου…
κοιτάχτηκαν, εκείνος έπρεπε να μιλήσει, εκείνη έπρεπε να μάθει.
Το χέρι της  έψαξε πάνω από το σκέπασμα το κορμί,
σταμάτησε στο στήθος,
άγγιξε απαλά εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει…
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.
Εκείνη κατάλαβε.
Τα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του, δεν μπορούσε πια να τα σταματήσει, αυτό που είχε καταφέρει όταν ήταν μακριά της , δεν το κατάφερνε τώρα που έπρεπε.
Τον κοιτούσε.
-         ζωή μου…κούκλα μου
-         σπασμένη κούκλα πια αγάπη μου, τι να την κάνεις?
Πόσος πόνος  στο ψιθύρισμα της.
-         θα την έχω πάντα κοντά μου ζωή μου, πάντα όσο ζω, αυτή την κούκλα που είναι από κρύσταλλο θα την έχω δίπλα μου και ας είναι σπασμένη, χάνει την αξία της για ένα τόσο δα σπασιματάκι?
Τον έκαιγαν τα δικά της δάκρυα που κυλούσαν στο μαξιλάρι της.
Της τα σκούπισε με την άκρη του μανικιού του.
-         σπασιματάκι ?
-         σπασιματάκι ζωή μου, όλες οι άλλες θα είναι ολόκληρες, μα η δική μου κουκλίτσα  θα είναι ξεχωριστή, θα είναι η μοναδική , θα την θαυμάζουν για την ομορφιά της και θα λένε…άρε τον τυχερό, τόσο σπάνια κούκλα που την κονόμησε ο μούργος?
Γέλιο ήταν αυτό που βγήκε από μέσα της?
Γέλιο ήταν , το είδε στα μάτια της.
-         σταμάτα να με σκουπίζεις, λερώνεις το μανίκι σου.
Γέλιο και στον ψίθυρο.
-         σταμάτα να κλαις κουκλίτσα μου γιατί θα σου σκουπίσω και την μυτούλα και τότε σίγουρα θα λερώσεις το μανίκι μου!!
έγειρε το κεφάλι του στο μαξιλάρι της, τα μάτια του βυθίστηκαν στα δικά της, το χέρι του άραξε στο γνώριμο μέρος του, την απαλή κοιλιά της και απόμεινε εκεί δίπλα της να της ψιθυρίζει γλυκόλογα, να της μιλά για μια καινούργια ζωή , να της δίνει τα όνειρα του.



 

7.9.11

στον βυθό σου



Πήρε βαθιά ανάσα
Βούτηξε στα καθαρά νερά σου
Διάφανα , ζεστά
Ψάχνει να βρει το χρώμα μαγεμένη
Γαλαζοπράσινο
Γαλάζιο
Μπλε και λίγο από μενεξελί
Και λίγο από ρόδινο χρυσό
Της Ίριδας το τόξο
Καθώς μαζί της βούτηξε
Και ο δίσκος του ήλιου
Τρυφερή η αγκαλιά σου
Μελωδία μέσα στην σιωπή
Ένοιωσε το άγγιγμα σου
Φτερουγίσματα απαλών δαχτύλων
Στον μηρό, στην γάμπα, στην μέση
Ανυπεράσπιστη αφήνει την ψυχή
Στα υγρά τα χέρια που ζητιανεύουν
Εκλιπαρούν για υποταγή
Χωρίς λόγια ανοίγει η αγκαλιά
Χορεύει μέσα σου
Στροβιλίζεται
Ένα γέλιο καθρεφτίζεται
Ένα φιλί γεμάτο αλμύρα
Στιγμές για να προλάβεις
Το μικρό κορμί να αγαπήσεις
Τραγούδι δίχως λέξεις
Να προλάβεις
Παραμονεύει στα σκοτεινά σου βάθη
Ναυάγιο μαύρο σίδερο
Φωλιά του καρχαρία
Με φθόνο αγγίζει αρπάζει
Παλεύει
Κράτα
Κράτα γερά
Ματωμένα τα νερά σου
Οργή κομματιάζει το λάφυρο
Κορμί μοναχό βυθίζεται μεταμορφώνεται
Αυτή τη νύχτα φεγγάρι δεν έχει
Ούτε αστέρια να φωτίζουν
Το κόκκινο κοράλλι
Κομμάτι απόμεινε
Στην άμμο του βυθού σου.






Levina



 

5.9.11

ο " Ευτυχισμένος Πρίγκιπας"

Αφιερωμένο στον Seirio
που μου το θύμισε.


Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας

Του  Oscar Wilde

Ένα παραμύθι που είχα να διαβάσω από μικρή.
Θυμάμαι πως μαζί με την Κοκκινοσκουφίτσα, μετά την πρώτη φορά που τα διάβασα τα είχα κρύψει, παιδί τότε εγώ, βαθιά σε ένα συρτάρι κάτω από τα καλοδιπλωμένα ρούχα μου και δεν τα ξαναδιάβασα ποτέ πια.
Ο λόγος? Γιατί στην κοκκινοσκουφίτσα ξεκοίλιαζαν τον λύκο και φανταζόμουν πόσο πολύ θα πονούσε, ενώ στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, ο Πρίγκιπας δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένος και το χελιδονάκι πέθαινε από την αγάπη του γι αυτόν.
Ποτέ δεν μου άρεσαν τα παραμύθια που είχαν κακό τέλος.
Τώρα που μεγάλωσα αυτά τα παιδικά μου παραμύθια παραμένουν καταχωνιασμένα σε ένα ράφι στην αποθήκη.
Ο Seirios  χωρίς να το ξέρει με γύρισε χρόνια πίσω, με έβαλε να ακούσω με την φωνή του Δημήτρη Χορν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα και ενώ ήξερα πως και πάλι δεν θα το αντέξω κάθισα και το άκουσα από την αρχή μέχρι το τέλος.
Και αυτή την φορά δεν το άντεξα αλλά δεν έχει αυτό σημασία.
Ξαφνικά όμως  ανακάλυψα πως γύρω μου υπάρχουν πολλοί «Ευτυχισμένοι Πρίγκιπες» , όμως δεν ξέρω αν κάτω από το χρυσό περίβλημα υπάρχει αυτή η μολυβένια καρδιά που έκανε ξεχωριστό εκείνον του παραμυθιού ή δεν έχουν καθόλου.

Αλήθεια το ξέρετε το παραμύθι?

Θα το πω με λίγα λόγια….

Ένα μικρό χελιδονάκι ξεχάστηκε γιατί ερωτεύτηκε μια σουσουράδα
και άργησε να φύγει για τα ζεστά μέρη .
Καθώς ξεκίνησε μόνο του να φύγει κάποια στιγμή,
πέταξε πάνω από μια πόλη που στην πλατεία της
έστεκε περήφανα ένα χρυσό άγαλμα, ένας πρίγκιπας
στολισμένος με χρυσάφια και πολύτιμα πετράδια,
εκεί πήγε να κουρνιάσει το χελιδονάκι μέχρι να ξημερώσει
να συνεχίσει το ταξίδι του.
Μα ανακάλυψε πως ο χρυσός πρίγκιπας ήταν λυπημένος
καθώς έβλεπε από το ψηλό του βάθρο την δυστυχία
των κατοίκων της πόλης και καθώς μιλούσαν ζήτησε
από το χελιδονάκι να πάρει ένα κομμάτι χρυσάφι
να το πάει σε μια φτωχή γυναίκα.
Το ταξίδι αναβλήθηκε για μια μέρα, μα την επόμενη
ξανά το ίδιο , το χελιδονάκι πήγαινε από ένα κομματάκι
χρυσάφι σε κάθε φτωχό και μετά πήρε  το ρουμπίνι
από το σπαθί και το ταξίδι όλο έμενε πίσω , ήρθαν τα κρύα.
Τότε ο πρίγκιπας ζήτησε από το μικρό πουλάκι
να πάρει και τα πολύτιμα πετράδια που είχε για μάτια,
να τα δώσει στους φτωχούς και ολότελα τυφλός
δεν μπορούσε πια να βλέπει την πόλη του,
το χελιδόνι έγινε τα μάτια του και το ταξίδι
ξεχάστηκε οριστικά.
Μα δεν μπορούσε ένα χελιδόνι να αντέξει την παγωνιά
και το χιόνι και ένα πρωινό ξεψύχησε στα πόδια
του Ευτυχισμένου πρίγκιπα που την ίδια στιγμή ράγισε
η μολυβένια καρδιά του από  πόνο.

Ο Άρχοντας και οι Σύμβουλοι της πόλης
αποφάσισαν πως το άγαλμα χωρίς τα χρυσάφια του
ήταν απαίσιο ,  το έστειλαν στο καμίνι να το λιώσουν
και πέταξαν το μικρό χελιδονάκι που βρήκαν
νεκρό στα πόδια του σε ένα σκουπιδοτενεκέ.

Μα αυτή η ραγισμένη καρδιά  δεν έλεγε να λιώσει 
και την πέταξαν και αυτή στον ίδιο τενεκέ με τα σκουπίδια.
Τι αξία είχε μια καρδιά και ένα νεκρό χελιδόνι?


Τι αξία έχει ένα παραμύθι που μιλάει για πρίγκιπες και φτωχούς,
για ραγισμένες καρδιές και νεκρά χελιδόνια,
για την αγάπη ενός χελιδονιού και ενός πρίγκιπα,
για την θυσία ενός μικρού πουλιού
στο βωμό της φιλίας και της αγάπης?

Ίσως καμία αξία για τους πολλούς
ίσως να είναι και ένα μάθημα για μερικούς…
ελπίζω τουλάχιστον να είναι!


ίσως πάλι…. να είναι απλά ένα παιδικό παραμυθάκι_




Όποιος θέλει , μπορεί να το ακούσει εδώ



με την φωνή του Δημήτρη Χορν
Προσκεκλημένος του Νίκου Πιλάβιου
στην εκπομπή «κάθε Σάββατο και κάτι άλλο»,
είναι μια σπάνια ηχογράφηση.


ΥΓ . Το link που θα βρήτε το blog του κ. Νίκου Πιλάβιου



3.9.11

blogoσκέψεις

Όταν έχω χρόνο πέρα από το να παίζω με το δικό μου blog,
λατρεύω να φέρνω γύρες στα σπιτάκια της blogογειτονιάς.
 
Κάποτε σαν καινούργια σε αυτή την περιοχή,
έμπαινα διστακτικά, δεν υπάρχει βλέπετε και πόρτα
να χτυπήσεις και ένοιωθα ότι εισβάλλω στον προσωπικό
χώρο κάποιου ακάλεστη.
Σύντομα  όμως κατάλαβα πως αυτά τα σπίτια
είναι βιτρίνες με εκθέματα,
άλλοτε κρυστάλλινα εύθραυστα αστραφτερά,
άλλοτε χρυσά πολύτιμα, άλλοτε γυάλινα απλά,
άλλοτε φτηνά τενεκεδένια επαργυρωμένα ωστόσο
για να γυαλίζουν στην βιτρίνα,
άλλοτε από δεύτερης ποιότητας υλικά
που τα ξεθωριάζει το φως του ήλιου,
άλλοτε πολύχρωμα πλαστικά που γρήγορα
σε κουράζουν και  τα βαριέσαι να τα βλέπεις….
εκατοντάδες εκθέματα, χιλιάδες θα έλεγα
αλλά δεν έχω προλάβει να δω τόσα πολλά.
Το κάθε σπιτάκι και μια βιτρίνα
που αντικατοπτρίζει  απόλυτα τον ιδιοκτήτη του.
Πάντα.
 
Τον αντικατοπτρίζει όμως?
Αυτόν που ξέρουμε στην πραγματική ζωή?
Αυτόν που χαιρετάμε όταν τον συναντήσουμε στον δρόμο,
αυτόν που καθόμαστε μαζί του στην παρέα μας,
αυτόν που κοιμόμαστε ίσως στο ίδιο κρεβάτι?
Καμιά φορά ναι, ίδιος και απαράλλαχτος μεταφέρει
τα πολύτιμα κομμάτια της ψυχής και του μυαλού
στην βιτρίνα του blogοσπιτου
και τα μοιράζεται με τους άλλους.
Αυτή είναι η μια εκδοχή.
 
Γιατί υπάρχει και η άλλη, αυτή που λέει
πως στην βιτρίνα βγάζει τα κομμάτια του μυαλού
και της ψυχής, αυτά που δεν μπορεί να βγάλει
στην πραγματική ζωή του, αυτά που έχει μέσα του
και δεν τολμάει να δώσει γιατί πολύ απλά φοβάται.
Μεγάλη λέξη ο φόβος.
 
Φόβος για την ζωή, φόβος να αντιμετωπίσεις τις αποτυχίες σου, φόβος να μιλήσεις για τα θέλω σου, φόβος να κοιτάξεις ακόμα και τον εαυτό σου στον καθρέφτη κατάματα και να του μιλήσεις με ειλικρίνεια, να του πεις τα ΄΄ θέλω ΄΄ σου……….
 γιατί ξέρεις πως αυτά που θέλεις τα έχεις
απορρίψει εσύ πρώτος γιατί δεν ….
Πολύ απλά είναι επιλήψιμο είναι ανάρμοστο
να αναζητάς σε αυτή τη ζωή όλα τα  θέλω σου.
Ακόμα και τα πιο απλά και ανώδυνα....
όπως μια βόλτα οπουδήποτε την ώρα
που πνίγεσαι στην δουλειά ή να θέλεις να πάρεις
τον άνθρωπο σου και πολύ απλά να τον πνίξεις
στα φιλιά και στις αγκαλιές μέχρι τελικής πτώσης,
αλλά …….
δεν έχεις χρόνο ή στην χειρότερη δεν έχεις και άνθρωπο!!!
 
Έτσι λένε λοιπόν οι κανόνες , οπότε σε αυτό
το όμορφο σπιτάκι της blogογειτονιάς  ,
πίσω από την ανωνυμία που σου προσφέρει
η ανυπαρξία της αλήθειας και κάτω από το βάρος
ενός βαρύγδουπου ονόματος όπως «Kόναν ο βάρβαρος»,
« ο κυρίαρχος του σύμπαντος», «ο ατελείωτος έρωτας»,
«η γυναίκα φωτιά», «η γυναίκα λάστιχο» κλπ.,
αποθέτεις στην βιτρίνα του  το alter ego σου.
 
Το πώς θα το πλασάρεις έχει και αυτό σημασία…
χιλιάδες τρόποι, χιλιάδες προσωπεία.
Ενάρετος, έντιμος, ηθικός…λέξεις που μπορεί 
να καλύπτουν το σκάμμα με την κινούμενη άμμο.
Εύκολα κρύβεις πίσω από αυτές τους κρυμμένους
πόθους  και τα πάθη που θα  σπίλωναν 
την καθ’  όλα  υπολήψημη προσωπικότητά σου.
Επιλήψιμος, φαύλος, αχρείος….λέξεις που μπορεί
να υποδηλώνουν την αλήθεια , ίσως από τις λίγες
αλήθειες που υπάρχουν σε αυτή την σφαίρα της φαντασίας !
 Αλλά μπορεί να κρύβουν και διαμάντια στην λάσπη,
μόνο που εκεί πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου
για να τα βρεις  και εδώ που τα λέμε,
ποιος ψάχνει στις λάσπες?
 
Τελικά μια μικρογραφία  της κοινωνίας μας
βρήκα στην όμορφη γειτονιά μου.
Μέσα στο κάθε σπίτι και ένας άνθρωπος.
Το κάθε σπίτι ένας άνθρωπος μονάχος
στην συντριπτική πλειοψηφία .
Το κάθε σπίτι μυαλό, γνώση, ψυχή ,
καρδιά να σου δίνει κάτι διαφορετικό.
Να σε καλωσορίζει , να σε κολακεύει,
να σε αγκαλιάζει , να σε κερνά δροσερό νερό,
να σου δίνει φως, να σου δίνει σκοτάδι,
να σε διώχνει, να σε προσκαλεί,
να σε παγιδεύει με ιστούς αράχνης,
να σου δίνει πληγές, να σου δίνει παρηγοριά
να σου δίνει γνώση και εμπειρία
και όλα αυτά χωρίς να ξέρεις πως τα αποκτάς,
ποιος στα δίνει, να μην υπάρχει πρόσωπο να δεις,
ούτε ζεστή ανάσα να νοιώσεις.
Παραισθήσεις ή πραγματικότητα?
Ότι και να ΄ναι είναι πολύτιμα, ότι έρχεται στην ζωή μας είναι γνώση, είναι εμπειρία και ότι γνώρισα μέχρι τώρα στην blogογειτονιά μου είναι σχολείο.
Από όσους γνώρισα κρατάω πάντα τα θετικά,
τα όμορφα και από όλους πήρα κάτι όμορφο,
από μερικούς μάλιστα πήρα
και ένα ακόμα πιο πολύτιμο δώρο,
μια ανθρώπινη , αληθινή φιλία .
 
Αληθινή,
πραγματική
όχι παραίσθηση.





ΥΓ. για όλους όσους γνώρισα, για όλους όσους έφυγαν, για όλους όσους παραμένουν εδώ, για όλους όσους θα γνωρίσω στην πορεία του blogoσεργιανίσματος
για όλους τους blogοφίλους.









1.9.11

χρόνος ακίνητος

Άνθρωποι
Γεμάτη  γύρω της από ανθρώπινες παρουσίες
Να χτυπάνε τα τηλέφωνα, να ακούει φωνές
να έρχονται έξω από τον δρόμο
να λένε αστεία καθώς τριγυρίζουν τις ζεστές βραδιές
και να γελάνε, έξω από την μισάνοιχτη πόρτα της
Να μιλάει
Να θέλει


Να θέλει να τα κλείσει όλα με ένα κουμπί,
όπως στο ραδιόφωνο που χαμηλώνει το volium
όταν την ενοχλεί η δυνατή μουσική
Να θέλει να κλείσει πόρτες και παράθυρα
Όχι δεν θέλει να γίνει αόρατη
Αόρατος σημαίνει ανυπαρξία
Μόνο να κρυφτεί θέλει
Να μπει στην γωνιά της
Να ξαναγυρίσει στην φωλιά της
Έλειψε πολύ από αυτή


Βγήκε μόλις έπιασαν οι ζέστες
Δεν άντεχε το μισοσκόταδο
Ήθελε να δει ήλιο
Να πάρει βαθιές ανάσες
Να γελάσει , να χορέψει, να κολυμπήσει στα γαλανά νερά,
να περπατήσει  στην γη, να νοιώσει το χώμα
κάτω από τις μαλακές πατούσες της
είδε πολλά πρόσωπα γύρω της, πολλά μάτια να την κοιτούν,
πολλά αυτιά να ακούν τα λόγια της, πολλά χέρια
απλωμένα στο μέρος της
Νόμιζε πως όλα αυτά ήταν για εκείνη



Ξαφνισμένη κοντοστάθηκε στο κατώφλι
Μα ήρθε η ώρα να ξυπνήσει
Ένα σκληρό μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της
Μια βρώμικη κουβέρτα σκέπαζε το κορμί της
Μια μυρωδιά υγρασίας  είχε κολλήσει στο δέρμα της
Αράχνες έπλεκαν ιστούς στα μαλλιά της
Προσπάθησε να κουνήσει τα πόδια της να σηκωθεί
Προσπάθησε να απλώσει τα χέρια της να πιαστεί
Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της
Μα ήταν βαριά τα βλέφαρά της, σκοτεινά όλα γύρω
Τέλος τα κατάφερε
Όνειρο ήταν


Ασημονήματα τυλιγμένα στο χέρι της
και στο άλλο μια χούφτα πολύχρωμες χάντρες
Και στο μάγουλό της είχε μείνει σημάδι
Από το σκληρό  τραπέζι που είχε ακουμπήσει
κουρασμένη το κεφάλι της.
Θολό το βλέμμα της έσταξε μια λίμνη δάκρυα
Έτριξαν οι μεντεσέδες της πόρτας
Διαμαρτυρήθηκε η σκουριά
Την έκλεισε απαλά και γύρισε να κουρνιάσει
Στην προστασία της φωλιάς της
Δεν το πρόλαβε και αυτό το καλοκαίρι.


 
Levina