30.8.11

Mεθυσμένο πρωινό



Άνοιξε αργά τα μάτια της
Προσπάθησε να εστιάσει, να καταλάβει
Ένα λευκό ταβάνι, ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό από πάνω της από  αυτά με τα μόνιμα σκονισμένα κρυσταλλάκια που πετάνε το θλιβερό τους φως στους τοίχους, μια κιτρινισμένη ταπετσαρία σπαρμένη με ξεθωριασμένα ροζ τριανταφυλλάκια.
Πως στο καλό βρέθηκε εδώ?
Θυμόταν μόνο πως ήταν κάποια στιγμή πολύ ζαλισμένη, είχε πιει παραπάνω από όσο άντεχε, πως είχε ακουμπήσει επάνω του για να μην πέσει…επάνω σε ποιόν?  γιατί δεν την κρατούσαν τα πόδια της και μετά …….τίποτα…… σκοτάδι.
Το δωμάτιο μύριζε μούχλα, τσιγαρίλα και κάτι σαν τσιγαρισμένο κρεμμύδι , μια δυνατή μυρωδιά που ερχόταν από το διπλανό δωμάτιο και σχεδόν της έφερε δάκρυα στα μάτια.
Αν δεν είχε τόσο πονοκέφαλο θα το έβαζε στα πόδια.
Αλλά ένοιωθε τόσο βαριά , το σώμα της ένα κομμάτι μάρμαρο πεταμένο σε αυτό το σκληρό στρώμα.
Και όμως τα σεντόνια ήταν πεντακάθαρα, μύριζαν απορρυπαντικό και τα ένοιωθε ευχάριστα ζεστά στο παγωμένο κορμί της.
Από το μισόκλειστο παντζούρι έμπαινε το φως του ήλιου, λωρίδες από δυνατό φως που πάνω του χόρευαν συννεφάκια σκόνης… τι στο καλό, κόντευε μεσημέρι!
Προσπάθησε να ανασηκωθεί και ο πόνος στο κεφάλι την χτύπησε σαν βαριοπούλα, τα μάτια της  τα ένοιωθε να αλληθωρίζουν, ένας ήχος σαν βογκητό βγήκε από τον ξεραμένο λαιμό της και τον άντρα που μπήκε στο δωμάτιο τον είδε μόνο σαν σκιά. Μύρισε όμως τον φρέσκο καφέ που της έφερνε και το άρωμά του πλημμύρισε το δωμάτιο...


-         δεν χρειάζεται να σηκωθείς, περίμενε να φας πρώτα κάτι και να σου δώσω και ένα παυσίπονο για τον πονοκέφαλο, πονάει το κεφάλι σου έτσι?


Μα τι ερώτηση ήταν αυτή? Φυσικά και πονάω ήθελε να του πει, αλλά όταν άνοιξε το στόμα της να μιλήσει είδε πως δεν μπορούσε να βγάλει άχνα, ακόμα και την γλώσσα της την ένοιωθε αφάνταστα πρησμένη.
Εκείνος κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και ακούμπησε ένα μεγάλο δίσκο πλάι της, την ανασήκωσε απαλά σαν μωρό, της έβαλε στην πλάτη δυο μαξιλάρια για να σταθεί και μετά της έδωσε στα χέρια της που έτρεμαν το φλιτζάνι με τον καφέ.
Ήπιε μια γερή γουλιά …πικρόόός !



-         μη βιάζεσαι, φάε πρώτα κάτι , της είπε και της έχωσε στο στόμα την άκρη από ένα παξιμάδι αλειμμένο με βούτυρο και μαρμελάδα.


Δεν θέλω να φάω, ήθελε να του πει αλλά ξαφνιασμένη άρχισε να μασουλά με βουλιμία και με αυτό τον ρυθμό έφαγε δυο φρυγανιές και ήπιε όλο τον καφέ σχεδόν πριν σηκώσει τα μάτια της και δει ποιος καθόταν δίπλα της και την φρόντιζε.
Δυο σκούρα μάτια σαν φωτιές επάνω σε ένα χλωμό πρόσωπο, αυτό θα θυμόταν για πάντα μετά όταν θα έφερνε στην μνήμη της αυτό το πρωινό.


-         φοβήθηκα για σένα εχθές , της είπε , δεν ήξερα τι να σε κάνω και σε έφερα εδώ.


-         Η   φίλη μου? κατάφερε να μιλήσει ,
 δεν ήμουν μόνη μου …


-         Είχε φύγει με τον δικό της, μόνη σου ήσουν και είχες πιει πάρα πολύ, δεν είχα άλλη επιλογή.


Ήθελε να τον ρωτήσει τόσα πολλά, πως βρέθηκε γυμνή στο κρεβάτι του, τι στο καλό έκαναν, ήθελε να βάλει τα κλάματα γιατί δεν θυμόταν τίποτα, είχε κοιμηθεί με έναν άγνωστο και δεν θυμόταν!! Μα εκείνος την κοιτούσε τόσο έντονα που ντρεπόταν να ρωτήσει οτιδήποτε. Είχε φέρει μια μεθυσμένη στο σπίτι του, κοιμήθηκε μαζί της και τουλάχιστον είχε την  ευγένεια  να της προσφέρει καφέ και πρωινό πριν την πετάξει στον δρόμο. Ας σταματούσε  να την κοιτά!


-         σε παρακαλώ, μπορείς να ….έγινε κατακόκκινη και ο πονοκέφαλος ήρθε πάλι ορμητικός να την ζαλίσει.


Ήθελε να του πει να την αφήσει μόνη της, να της δώσει τα ρούχα της, να…
Το γέλιο του ήταν τόσο αυθόρμητο που της έκοψε την ανάσα.


    - μα τι νομίζεις ? την ρώτησε και εκείνη ντράπηκε ακόμα περισσότερο να του πει τι νόμιζε. Όχι δεν κοιμηθήκαμε μαζί, δεν θα το έκανα αυτό σε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της, έχω μια πολυθρόνα έξω στο Χολ, εκεί κοιμήθηκα εγώ.


    - τα ρούχα μου…


-         εγώ στα έβγαλα και σε έβαλα να κοιμηθείς, τίποτα παραπάνω κοριτσάκι, περίμενε να στα δώσω να ντυθείς αν νοιώθεις καλύτερα.


Έγνεψε ναι με το κεφάλι, ζαλιζόταν αλλά αυτό θα αργούσε να περάσει ακόμα, ντρεπόταν όμως να μείνει περισσότερο εκεί, ολόγυμνη σε ένα ξένο κρεβάτι με έναν άγνωστο να την κανακεύει σαν μωρό.
Της έφερε τα ρούχα της και πήρε τον δίσκο έξω για να την αφήσει μόνη της να ντυθεί.
Έκανε γρήγορα, έστρωσε και το κρεβάτι και μπήκε στο μικρό μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο της.
Πόσο χλωμή ήταν!! Τα μάτια της φάνταζαν τεράστια και όπως ήταν λερωμένη με τα χρώματα του μακιγιάζ πρέπει να ήταν σαν κλόουν. Πλύθηκε , χτένισε και την ζούγκλα των μαλλιών της και ένοιωσε πολύ καλύτερα.
Εκείνος την περίμενε υπομονετικά καθισμένος στην μικρή κουζίνα με ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια του και ήταν φανερός ο θαυμασμός στα μάτια του όταν την είδε.


    -τελικά είσαι όμορφη. Της είπε απλά και εκείνη χαμογέλασε.


     -πρέπει να φύγω, του είπε, λυπάμαι για ότι έγινε, πίστεψε με δεν το έχω ξανακάνει αυτό.


Άπλωσε το χέρι του και πήρε την παλάμη της


     -πρέπει να συστηθούμε, με λένε Αλέκο.


Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της.


-         ναι , νομίζω αφού περάσαμε μαζί την νύχτα! Γέλασε εκείνη ξανά, εμένα Δάφνη.


Έβαλαν πια και οι δυο τα γέλια.


-         Δάφνη,
σοβαρεύτηκε απότομα εκείνος,
το ξέρεις ότι ροχαλίζεις?


Ξαφνιασμένη τον κοίταξε για δευτερόλεπτα και μετά ξέσπασαν σε ένα παροξυσμό γέλιου που τους έφερε δάκρυα στα μάτια.
Πήρε την τσάντα της, του έδωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο και έφυγε γελώντας ακόμα.
Κατέβηκε τα σκαλιά της παλιάς πολυκατοικίας, τελικά από το κάτω διαμέρισμα ερχόταν η μυρωδιά του καμένου κρεμμυδιού, και  βγήκε στον δρόμο. Ήταν σίγουρη πως όλα τώρα άρχιζαν.
Αλέκος !


-         Δάφνηηη…Δάφνηηηη… η φωνή ερχόταν από ψηλά.
Σήκωσε τα μάτια της και σε ένα από τα παράθυρα της πολυκατοικίας κρεμόταν εκείνος και την φώναζε.
-         Δεν μου έδωσες το τηλέφωνο σου! Ξαναφώναξε χωρίς να τον νοιάζει που εκτός από εκείνη άλλα εκατό μάτια είχαν υψωθεί και τον κοίταζαν.


Αλέκος!
 Έκανε μεταβολή και ξαναμπήκε τρέχοντας στην πολυκατοικία
ενώ εκείνος κουτρουβαλούσε τις σκάλες να την προλάβει.


 

29.8.11

Magic Travel


Ένα μαγικό ταξίδι των αισθήσεων, γεμάτο εικόνες και μουσική ντυμένο με τους ερωτικούς στίχους του Γ. Ρίτσου.


Γιάννης Ρίτσος
Ερωτικά
Ι.
Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.
Αθήνα 24.9.80

27.8.11

Τα φτερά της γάτας....2ο μέρος

Εδώ θα βρείτε το πρώτο μέρος


___ Μα εθύ πρέπει να το δοκιμάθεις αυτό,

για θένα το έκανε η Παθτούλα.

___ Αν πιείς εσύ πρώτος ! τον προκάλεσε η γάτα Σουλίνα

και ο Πρίγκιπας Μπίλυ  χλόμιασε. Μόνο αν πιεις εσύ

θα πιω εγώ την επόμενη γουλιά.

Είχε περιθώριο να αρνηθεί?

Και πως θα υποχρέωνε την Σουλίνα να σηκωθεί

από την μαξιλάρα της και να τον ακολουθήσει

στο δωμάτιο με τα φίλτρα και τα ξόρκια?

___ Θα πιώ.  Αναστέναξε ο μικρός Πρίγκηπας.

Η γάτα έμεινε περίεργα ακίνητη με τα κοφτερά της νύχια

να χάνονται σιγά σιγά στα θηκάρια τους

και την γλώσσα μετέωρη πάνω από την πατούσα της.

___ Θα πιεις? Την πρώτη γουλιά?

Είναι υπόσχεση αυτή Πρίγκηπα?

___ Ναι. Και άλλος αναστεναγμός από τον μικρούλη Μπίλυ, φοβόταν πολύ να δοκιμάσει , μα η αλήθεια ήταν

πως όσο θυμόταν την όμορφη μυρωδιά του φίλτρου …..

του άρεσε η ιδέα.

___ Πολύ καλά! Πάμε τότε.

Είχε στυλ αυτή η γάτα Σουλίνα.

Σηκώθηκε αργά, τινάχτηκε να πάει η κάθε γυαλιστερή τρίχα της στην θέση της, κοιτάχτηκε μέσα στους εκατοντάδες καθρέφτες να δει αν ήταν όμορφη,

βρήκε θεσπέσιο τον εαυτό της, ακόμα και με τα φτερά κουκουβάγιας που της χαλούσαν λίγο την εικόνα, μα της έδιναν……….τύπο!!!

Κουνιστή και λυγιστή ακολούθησε τον Πρίγκηπα Μπίλυ .



Μα τους θεούς, αυτό το φίλτρο μύριζε…..
Μύριζε θεϊκά!!!
Σκέφτηκε η Σουλίνα και θα ήταν πρόθυμη να πιεί όλη
την μαρμίτα, μα θα έδειχνε πολύ εύκολη αν το έκανε,
οπότε διατήρησε το απαθές ύφος της και εξ άλλου
έπρεπε ο Πρίγκιπας να τηρήσει την υπόσχεση του.
Όσο το ανακάτωνε η Παστούλα , τόσο πιο πολύ μοσχοβολούσε , τώρα πια ούτε ο μικρούλης Μπίλυ κρατιόταν.
___ Δώθε μου, δώθε μου…. φώναξε ανυπόμονος και στήθηκε μπροστά στην τεράστια μαρμίτα που κόχλαζε και έβγαζε φωσφορίζοντα χρώματα από μέσα.
Η Μάγισσα Παστούλα βούτηξε τελετουργικά
την μεγάλη κουτάλα από καθαρό ασήμι στην μαρμίτα
και πήρε μια γερή κουταλιά γεμάτη αφρούς, καπνούς ,
χρώματα, και αρώματα.
Ο Πρίγκιπας Μπίλυ έκλεισε τα μάτια και δοκίμασε
διστακτικά στην αρχή μια γουλιά από αυτή την πανδαισία !!!
Μα ήταν τόσο νόστιμο που τελικά το ρούφηξε όλο
και γέλασε ευχαριστημένος από την απίθανη γεύση.
Όλοι κράτησαν την ανάσα τους , η γάτα Σουλίνα,
η Παστούλα, ο Κύριος Χν Χν…..
πέρασε ένα λεπτό ολόκληρο μέσα στην σιωπή και …..







Τότε ο Πρίγκιπας άρχισε να βήχει, να βήχει πολύ,
κοκκίνισε από τον βήχα, πρήσθηκαν τα μάγουλά του,
τα μάτια του δάκρυσαν, οι καπνοί που έβγαιναν
από τα αυτιά και την μύτη του τον τύλιξαν
και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα,
γονάτισε στο πάτωμα και συνέχισε να βήχει
ενώ όλοι έπαθαν έναν πανικό……….
μα ένα πανικό….


___ Πνίγεται ανόητη χαζομάγισσα, φώναξε η γάτα Σουλίνα, τι στο καλό του έδωσες πάλι?


___ Μπιλάκοοοοο μουουου, ούρλιαζε η Παστούλα έντρομη ενώ ο κύριος Χν Χν του έδινε δυνατές σπρωξιές στην πλάτη λες και είχε καταπιεί κουκούτσι που του είχε κάτσει στον λαιμό.


___ Αφήστε με μη με βαράτε, με πονάτε…φώναξε ο μικρούλης Πρίγκιπας που στο μεταξύ σταμάτησε να βήχει.
Παστούλα μου , το πιο τέλειο φίλτρο έφτιαξες,
αυτό είχε φοβερή γεύση, δώσε μου κι άλλο, κι άλλο θέλω …
Όλοι είχαν σταθεί ακίνητοι και τον άκουγαν να μιλά.


___ Μιλάς καθαρά Μπίλυ, του είπε η Παστούλα.


___ Ναι, μιλάω!!! Γέλασε χαρούμενος ο μικρός Πρίγκιπας και όλοι είδαν το  όμορφο καινούργιο του δόντι που είχε φυτρώσει εκεί που έλειπε το παλιό ανάμεσα στα άλλα του δοντάκια.


___ Επιτέλους, μουρμούρισε η γάτα Σουλίνα, έκανες και κάτι σωστό!! Νιααρρρρρ


___ Σειρά σου, την αγριοκοίταξε η μάγισσα Παστούλα
που μετά από αυτή την επιτυχία, δεν δεχόταν
από μια ανίδεη γάτα να την επικρίνει.


Η γάτα Σουλίνα ξερογλείφτηκε και αν φοβήθηκε
φρόντισε να μη το δείξει, ότι και να ήταν το φίλτρο
της Παστούλα είχε κάνει κάτι καλό,
έδωσε στον Μπίλυ το δόντι του,
θα μπορούσε να την απαλλάξει και από αυτά
τα ενοχλητικά φτερά της κυρίας Λούρδης
της κουκουβάγιας.
___ Μήπως να φωνάζαμε και την κυρία Λούρδη?
Να δοκιμάσει και αυτή το φίλτρο? Προσπάθησε να ξεφύγει η Σουλίνα που ένοιωθε από την αγωνία τα τέσσερα πόδια της
να μη την βαστάνε. Κι αν έκανε καμιά καινούργια γκάφα
πάλι αυτό το κορίτσι? Θα της έφερνε πίσω τουλάχιστον την σωστή ουρά? Θα της έφευγαν τα φτερά της?


Η μικρή Μάγισσα βούτηξε και πάλι την ασημένια κουτάλα της στο μοσχομυριστό φίλτρο και το έδωσε στην γάτα Σουλίνα.
Η γάτα έβγαλε την μικρή ρόδινη γλώσσα της και έγλυψε λίγο από το υγρό…..μμμμ….μα αυτό ήταν πεντανόστιμο!!!
Πώς να αντισταθεί?
Το ήπιε όλο και έγλυψε ευχαριστημένη και τα μουστάκια της.






Περίμεναν ένα λεπτό, δυο λεπτά, τίποτα δεν έγινε.
____ Μήπως χρειάζεται μεγαλύτερη δόση? Αναρωτήθηκε η  Παστούλα.
Μα τότε ένας δυνατός αέρας φύσηξε πάνω από την γάτα Σουλίνα, ένας ανεμοστρόβιλος την σήκωσε ψηλά και την στριφογύριζε μέσα στο δωμάτιο των φίλτρων, φύλλα ανάκατα με κλαριά δέντρων και κάπου κάπου έβλεπαν την γάτα να περιστρέφεται μέσα στον κυκλώνα  που ……….σταμάτησε το ίδιο απότομα όπως άρχισε και όλοι απέμειναν με ανοιχτό το στόμα να κοιτάνε την Σουλίνα που στεκόταν στην μέση του δωματίου.
Δεν είχε πια τα φτερά της κυρίας Λούρδης στην πλάτη της
και μια πανέμορφη γατίσια ουρά είχε ξαναφυτρώσει
στο κορμί της.
Μα δεν ήταν μόνο αυτό, η γάτα Σουλίνα ήταν ………πανέμορφη!!!!
Από τις άκρες του γυαλιστερού κατάμαυρου τριχώματος της έβγαινε ένα απόκοσμο χρυσαφένιο χρώμα που την έκανε να γυαλίζει σαν ένα κομμάτι χρυσάφι.





___ Μα είσαι τόσο όμορφη !! Τα κατάφερε η  Παστούλα, δεν έχεις πια φτερά …. της είπε ο μικρός Πρίγκιπας και της έδωσε τον καθρέφτη να κοιταχτεί.


Η γάτα Σουλίνα δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τον εαυτό της.
Και αυτό το χρώσταγε στην μικρή Μάγισσα , μα θυμήθηκε……τα μάγια της Παστούλα δεν κρατούσαν πολύ,
μήπως μέχρι το τέλος της ημέρας ξαναγίνει με φτερά
και χωρίς ουρά? Μήπως ο μικρούλης Μπίλυ
ξαναχάσει το δόντι που απέκτησε?
Δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στην Παστούλα
και στα μάγια της.
Τίναξε το τρίχωμα της και σκόρπισε  γύρω της χρυσόσκονη.
___ Θα δούμε, είπε με ύφος, θα δούμε τι κατάφερες πάλι Παστούλα!








Από το ανοιχτό παράθυρο ακούστηκε ένα φτερούγισμα
και όλοι είδαν την  κυρία Λούρδη την κουκουβάγια
να πετά επιτέλους ευτυχισμένη μακριά.
___ Αυτή θα κάνουμε καιρό να την δούμε . Είπε ο κύριος Χν Χν και άρχισε να μαζεύει το δωμάτιο για να μη το βρει ανάκατο η μαμά της Παστούλα.


Πέρασε εκείνο το βράδυ και δεν άλλαξε τίποτα,
ο μικρός Πρίγκιπας είχε ακόμα το δόντι του
το επόμενο πρωί και η γάτα Σουλίνα περιφερόταν
μέσα στο παλάτι σκορπώντας παντού χρυσόσκονες.
Η μεγάλη Μάγισσα Λεβάντα κατάλαβε πως
η  Παστούλα  είχε βάλει το χεράκι της σε όλο αυτό,
μα κρυφογέλασε περήφανη για την κόρη της
που είχε πάρει τα δικά της χνάρια και κάποια μέρα
θα γινόταν και αυτή μια μεγάλη και δυνατή Μάγισσα,
μέχρι τότε όμως θα έπρεπε να την προσέχει λίγο περισσότερο πριν κάνει καμία σοβαρή γκάφα.


Πολύ καιρό μετά η γάτα Σουλίνα γέμιζε χρυσόσκονες όλο τον τόπο περπατώντας περήφανη μέσα στο παλάτι καθώς όλοι την θαύμαζαν, είχε αποκτήσει και μεγάλη φήμη και ερχόταν από τα γειτονικά Βασίλεια να θαυμάσουν αυτή την μοναδική, θεσπέσια γάτα.
 Είχε αποκτήσει και ακόλουθους με διαταγή του Βασιλιά που μάζευαν κάθε κόκκο σκόνης που έπεφτε από την γούνα της και την αποθήκευαν στο θησαυροφυλάκιο του παλατιού!!




Η μικρή μάγισσα Παστούλα ποτέ δεν σταμάτησε να κάνει σκανταλιές στο δωμάτιο των φίλτρων μαζί με τον μικρό Πρίγκιπα Μπίλυ και τον κύριο Χν Χν, μα τουλάχιστον δεν ξαναέβαλε κανέναν από τους δυο τους να δοκιμάσουν τα φίλτρα της, έτσι έλεγαν τουλάχιστον γιατί δεν έχουμε και αποδείξεις πως αυτό που έλεγαν αυτοί οι τρεις ήταν και αλήθεια.



Εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία  και όπως  τελειώνουν όλα τα όμορφα παραμύθια
που σέβονται τον εαυτό τους...
έζησαν αυτοί καλά
και εμείς καλύτερα !!!

 


 

23.8.11

Τα φτερά της γάτας


ή αλλιώς οι γκάφες της μικρής μάγισσας Παστούλα



- Θα τα καταφέρω, του φώναξε, να δεις που θα τα καταφέρω

και σταμάτα να με κοιτάς με αυτό το ύφος!

Έπιασε από το ψηλό ράφι ένα κόκκινο  μπουκαλάκι

και άνοιξε το πώμα…μια μυρωδιά μούχλας την χτύπησε

στην μύτη και της έφερε δάκρυα στα μάτια.

Έριξε μια κρυφή ματιά πάνω από την πλάτη της,

ο Κύριος Χν Χν είχε καρφώσει τα μικρά αλλήθωρα

ματάκια του επάνω της και αυτό το βλέμμα τα έλεγε όλα!

Δεν της είχε καμία μα καμία εμπιστοσύνη πως θα

τα κατάφερνε αυτή τη φορά να φτιάξει το φίλτρο

της μεταμόρφωσης,

αυτό το κορίτσι ήταν σκέτη καταστροφή…..

έκανε την μια ζημιά μετά την άλλη.

Ακόμα δεν είχε διορθώσει το τελευταίο λάθος της

και η Σουλίνα η γάτα όχι μόνο είχε χάσει την ουρά της

αλλά είχε ακόμα τα φτερά της κυρίας Λούρδης

της κουκουβάγιας  που τα είχε αποκτήσει

εκεί που δεν το περίμενε !!

Βέβαια αυτό είχε και τα καλά του,

γιατί πια μπορούσε να μετακινείται πετώντας,

αλλά και πάλι να βλέπεις μια γάτα να πετά?

Άσε που την ζάλιζαν τα ύψη και όταν προσγειωνόταν

ήθελε μισή ώρα για να συνέλθει.

Να μη μιλήσουμε και για την κυρία Λούρδη

που καθόταν όλο νεύρα στο κλαδί της χτυπώντας

πέρα δώθε την γατίσια ουρά της σαν μετρονόμο,

περιμένοντας πότε θα τα κατάφερνε  αυτή

η μικρή χαλάστρα να της ξαναδώσει πίσω τα φτερά της.

Και όλα αυτά χάρη στην μικρή μάγισσα Παστούλα

που επέμενε να παίζει κρυφά με τα φίλτρα και τα ξόρκια

της μαμάς της, αντί να κοιτά τα μαθήματά της.

Ευτυχώς που δεν την είχαν πάρει ακόμα χαμπάρι

γιατί της το είχε τάξει η μαμά της πως θα την έστελνε

πακέτο στην σχολή του Ούρμπινο, το πιο αυστηρό σχολείο μαγείας του κόσμου, εκεί που τα παιδιά τα κρατάνε

εσώκλειστα μέχρι να τελειώσουν τα μαθήματά τους

και δεν τους επιτρέπεται καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Η Παστούλα ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε

πως θα μπορούσε να αποχωριστεί ποτέ

τον Κύριο Χν Χν και τον μικρό πρίγκιπα Μπίλυ

τους δυο καλύτερους φίλους της  και τους γονείς της!!

Μα και πάλι η περιέργειά της ήταν τόσο δυνατή

που δεν μπορούσε να αποφύγει τις σκανταλιές.

Ο Κύριος Χν Χν ανασηκώθηκε στα δυο του ποδαράκια και ……

____τι βάζεις μέσα στην κατσαρόλα πάλι?

Την ρώτησε με την στριγκή φωνή του.

____πφ…δεν είναι κατσαρόλα ανόητε,

μαρμίτα είναι δεν την βλέπεις?

____για μένα κατσαρόλα είναι και πάλι χαζομάρα θα κάνεις!!

Θα με αναγκάσεις να τα πω όλα στην μαμά σου.  Η κυρία Λούρδη

με το ζόρι κρατιέται και δεν μιλάει, κρύβεται να μη δουν την ουρά της…..που ακούστηκε κουκουβάγια με ουρά γάτας?




Η Παστούλα έριξε με το κουτάλι μια καλή δόση

από αυτό το κόκκινο υγρό που βρωμοκόπαγε

και έπιασε ένα άλλο βαζάκι από το ράφι,

που έγραφε απ έξω με καλλιγραφικά γράμματα

΄΄ φίλτρον δια προσωπική χρήσην ΄΄.

Τι στο καλό είναι το φίλτρον για προσωπική χρήσην ?

σκέφτηκε η Παστούλα , αλλά μύριζε τόσο όμορφα που έριξε

και από αυτό μια πρέζα μέσα στην μαρμίτα

που κόχλαζε πάνω από την φωτιά.

____Μα τι κάνεις? Ρώτησε ο κύριος Χν Χν

____Μη μου μιλάς τώρα, θα ξεχάσω τι πρέπει να κάνω,

τον αποπήρε.

____Γιατί ξέρεις τι κάνεις? Επέμενε εκείνος που είχε δει

αρκετές γκάφες της στην ζωή του και απορούσε ακόμα

πως τα είχε όλα επάνω του και δεν τον είχε κουτσουρέψει

όπως την γάτα….αν εξαιρέσουμε το μισό αυτί που έλειπε,

αλλά αυτό το είχε χάσει σε μια μάχη με τον γάτο

της μάγισσας  Γκιολέα που ήταν το αντίπαλο δέος της Παστούλα

και που είχαν και αμοιβαία αισθήματα αγάπης …..

όχι αγάπης, μίσους και πάντα την πλήρωναν οι ακόλουθοι

που έπρεπε να βγάζουν το φίδι από την φωτιά….όχι φωτιά,

την τρύπα λένε κανονικά….ή όχι?

Κάτι βγάζουν από την φωτιά, αλλά τι?

Ο γάτος λοιπόν είχε κόψει το μισό αυτί του Κυρίου Χν Χν

μια μέρα που τσακώθηκαν αυτές οι δυο στο σχολείο

και από τότε ο Κύριος Χν Χν τον είχε άχτι και όπου

τον συναντούσε του βαρούσε κάτι σκουντιές, μα κάτι σκουντιές!!!
Γιατί ξέχασα να σας πω , πως ο ακόλουθος της Παστούλας

ήταν ένα χοντρό ροζ γουρούνι, ναι καλά ακούσατε,

ένα γουρούνι, που είχε τρόπους, ήξερε να μιλά ευγενικά,

να μη κυλιέται στην λάσπη και μετά να λερώνει το παλάτι

και κυρίως είχε διαβάσει όλα τα βιβλία μαγείας

που υπήρχαν στην βιβλιοθήκη και τα ήξερε όλα!!

Γι αυτό φοβόταν τόσο πολύ κάθε φορά που έβλεπε

την Παστούλα να ανακατώνει τα φίλτρα της μαμάς της.
Ένα δειλό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα

και τα μάτια της Παστούλα έλαμψαν από οργή!

Μα ποιος ήταν πάλι? Κέντρο διερχομένων το πέρασαν εκεί μέσα?

Και πως θα συγκεντρωθεί να ετοιμάσει το σωστό φίλτρο

όταν την ενοχλούν συνεχώς?

Ο κύριος Χν Χν ανακουφισμένος έτρεξε να ανοίξει,

μακάρι να ήταν κάποιος που θα σταματούσε την Παστούλα

από ότι τέλος πάντων έφτιαχνε πριν γίνει η καταστροφή

και πάλι.
Μα όπως πάντα ήταν ο μικρός πρίγκιπας Μπίλυ

που ξεφύτρωνε εκεί που δεν τον έσπερναν,

όπως έλεγε και η Παστούλα, μα ήταν ο μοναδικός της φίλος

μέσα στο παλάτι και σίγουρα ο μόνος που ανεχόταν τις σκανταλιές της χωρίς να διαμαρτύρεται  και καμιά φορά

την ακολουθούσε σε αυτές με κλειστά μάτια.

Όπως τότε που του έδωσε να πιει το δρακοφίλτρο

και ο μικρός πρίγκιπας μεταμορφώθηκε

σε ένα καταπράσινο δράκο που έβηχε και έφτυνε φωτιές

όλη μέρα ενώ στο παλάτι είχαν όλοι τρελαθεί να βρουν

που είχε εξαφανιστεί ο μικρός διάδοχος του θρόνου!!!



Ευτυχώς που τα φίλτρα της Παστούλα δεν κρατάνε πολύ

και μέχρι το βράδυ ο πρίγκιπας Μπίλυ ξανάγινε κανονικό αγοράκι , αν και του έμεινε το κουσούρι όταν τον έπιανε

βήχας να βγαίνουν κάτι περίεργοι καπνοί από την μύτη

και τα αυτιά του, κάτι που κανένας γιατρός στο βασίλειο

δεν βρήκε πού οφείλεται αυτή η αρρώστια

και που έκανε την μαμά της Παστούλα,

την μεγάλη Μάγισσα Λεβάντα, να την κοιτά

καχύποπτα κάθε φορά που το πάθαινε ο μικρούλης πρίγκιπας!



____Τι κάνετε εδώ εθείς? Θαθ τθάκωθα !!!

Φώναξε ο πρίγκηπας Μπίλι χαρούμενος που έπιασε τους δυο φίλους του να παίζουν πάλι με τα ξόρκια και τα φίλτρα!

Μα πόσο πολύ του άρεσε να παρακολουθεί την Παστούλα

να ανακατώνει αυτά τα περίεργα υγρά που κόχλαζαν

πάνω από το μαγκάλι και πάντα, μα πάντα του έδινε

να δοκιμάζει και τις περισσότερες φορές ήταν πραγματικά πεντανόστιμα!!!!

____Έλα έλα, γρήγορα, να δεις….σήμερα θα δώσουμε

στην Σουλίνα την ουρά της.

Του είπε χαρούμενη η μικρή μάγισσα ανακατεύοντας την μαρμίτα της, που τώρα είχε πάρει ένα απόκοσμο ροζ φωσφωριζέ χρώμα και μια μυρωδιά φράουλας απλώνονταν στον αέρα!

___ Μα τι ωραία μυρίδθει!!! Αναστέναξε ο πρίγκηπας Μπίλυ που πολύ θα ήθελε να δοκιμάσει αυτό το λαχταριστό μοσχομυριστό φίλτρο που του θύμιζε τούρτα με σαντιγί και του έτρεχαν τα σάλια και μόνο στην σκέψη.



___ Θα σταματήσεις επιτέλους να μιλάς σαν χαζό?

Τον αποπήρε η Παστούλα και ο μικρούλης σούφρωσε

τα χειλάκια του έτοιμος να κλάψει.

___ Όταν βγει το δόντι μου θα ξθαναμιλήθω θωθτά . Της απάντησε και πήγε κοντά να δει. Μα πωθ θα δώθουμε στην Θουλίνα να το πιεί?

___ Θα την κρατάς εσύ μαζί με τον Κύριο Χν Χν και θα το πιεί!



Ο Κύριος Χν Χν ανατριχιασε και μόνο στην σκέψη να πιάσει την γάτα Σουλίνα με το ζόρι, τα νύχια της έκοβαν σαν μαχαίρια.

___ Θα με γρατθουνιθει, κλαψούρισε ο πρίγκιπας Μπίλυ

και έκανε ένα βήμα πίσω.

___ Ε και λοιπόν? Ρώτησε ανυπόμονα η Παστούλα. Θες να μείνει η Σουλίνα με τα φτερά και να με στείλουν στο Ούρμπινο? Ε..Ε..Ε…ΑΥΤΟ ΘΕΣ?
Όταν φώναζε έτσι η Παστούλα καταλάβαινε ο πρίγκιπας Μπίλυ πως τα πράγματα ήταν πραγματικά σοβαρά και σίγουρα δεν ήθελε για κανένα λόγο να φύγει η φίλη του για το Ούρμπινο,

μετά δεν θα μπορούσε να την ξαναδεί και με ποιόν θα έπαιζε

αυτός μέσα στο παλάτι? Τα άλλα παιδιά τον φοβόταν

γιατί ήταν ο γιος του Βασιλιά και δεν έπαιζαν μαζί του

όπως η Παστούλα, ούτε είχαν τόσο ενδιαφέρον όπως αυτή

και η κάμαρα με τα μαγικά φίλτρα της μαμάς της,

ούτε ήξερε κανένας άλλος να κάνει μαγικά φίλτρα

και να του δίνει γλυκά σιρόπια και τούρτες που του έδινε

η Παστούλα.



___ Μήπωθ να τηθ το θητήθουμε ευγενικά από την Θουλίνα?

___ Να την διατάξεις, βρήκε την λύση η Παστούλα, τι σόι πρίγκιπας είσαι
αν δεν μπορείς να διατάξεις μια γάτα?



Μαζεύτηκε ο καημενούλης Μπίλυ,

πως θα ήθελε να της πει ….και εσύ τι σόι μάγισσα είσαι

που δεν μπορείς να κάνεις μια σωστή δουλειά!

Μα δεν τόλμησε να πει τίποτα και έτρεξε να βρει

την γάτα Σουλίνα, μήπως και την καταφέρει

να δοκιμάσει για μια ακόμα φορά το φίλτρο της φίλης του.

 Την βρήκε στην κάμαρα με τους καθρέφτες να κάθεται μισοζαλισμένη επάνω

στο βελούδινο μαξιλάρι της,

μόλις είχε γυρίσει από την τελευταία της πτήση

και ήταν μάλλον αρκετά θυμωμένη ,

τα κίτρινα μάτια της έβγαζαν αστραπές.



___Νιαρρρρρρρ….τον φοβέρισε να μη πλησιάσει και τέντωσε μπροστά το πόδι της

για να το γλύψει, χωρίς να σταματήσει να τον κοιτά αγριεμένη.

___ Θουλίνα, μικρή όμορφη ψθιψθίνα μου, αυτή την φορά τα κατάφερε! Το βρήκε

το φίλτρο η Μάγιθθα.

___ Η Παστούλα??? Ρώτησε ειρωνικά η Σουλίνα και σήκωσε το άλλο πόδι για να

το γλύψει και αυτό. Και τι κατάφερε να βρει? Πως θα μου βάλει και κέρατα κατσίκας?

___ Τα κατάφερε θου λεω, τα κατάφερε, έχει φτιάκθει το φοβερό της φίλτρο, αυτό

που μυρίζει φράουλες και θαντιγί !!!

___ Όλα της τα φίλτρα σαν τούρτες μυρίζουν κουτέ Μπίλυ, Νιαρρρρρρρ…….  Εγώ

δεν ξαναδοκιμάζω, και ΘΕΛΩ ΠΙΣΩ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΜΟΥ….Νιαρρρρρρρ



Είχε θυμώσει πραγματικά και πάλι η Σουλίνα,

έβγάλε έξω τα νύχια της από τις μαλακές πατούσες της

και αυτά άστραψαν αντανακλώντας επάνω

στους καθρέφτες σαν ατσάλινα μαχαίρια.

Ο μικρός Πρίγκιπας δεν έκανε βήμα πίσω.



Πιο πολύ φοβόταν την οργή της Παστούλα

από την Σουλίνα που δεν θα τολμούσε

να δοκιμάσει τα νύχια της επάνω του.

 
_______________τέλος πρώτου μέρους.



22.8.11

dreams....dreams....dreams....

Ταξιδεύει η σκέψη
Ονειρεύεται το μυαλό
Αρμενίζει σε θάλασσες αρυτίδωτες
Σε τόπους που δεν υπάρχει η μέρα
Εκεί που δεν υπάρχει η νύχτα
Και μόνο ένα ουράνιο τόξο
Φωτίζει αυτόν τον κόσμο

 
Και ξάφνου

Έρχεται κάτι
Κάτι ασήμαντο, κάτι μικρό
Κάτι απρόβλεπτο, κάτι δυνατό

Χάνεται της Ίριδας το χρώμα και
Το μυαλό πλημμυρίζει φως
Κάθε γωνιά, κάθε κρυμμένη σκέψη
Με ήλιο πλημμυρίζει
Μα ξεθωριάζουνε τα όνειρα
Παλεύεις να τα δεις
Να τα κρατήσεις
Μα αυτά πετάνε μακριά
Φοβισμένα πουλιά φτερουγίζουν
 
Τα όνειρα….

Που έκανες

Πως βλέπεις με αγάπη ένα πρόσωπο
Πως βλέπεις μια ανοιχτή αγκαλιά να σε περιμένει
Να  παραδώσεις μέσα την καρδιά σου
Να δώσεις αποθέματα ψυχής που έχεις φυλαγμένα
Να αγγίξεις ένα μυαλό, μια σκέψη
Να συντονιστείς μαζί του
Να αγγίξεις ένα χέρι…..
 
Και ξάφνου
Έρχεται κάτι
Κάτι ασήμαντο, κάτι μικρό
Κάτι απρόβλεπτο, κάτι δυνατό

Φτάνει μια λεξούλα τόση δα
Φτάνει ένα λάθος , ένα λαθάκι τόσο δα
Χωρίς καμία προειδοποίηση
Και τελειώνουν όλα
Καταρρέουν

Ψάχνεις ένα στήριγμα, κάπου να ακουμπήσεις
Έναν ώμο να λερώσεις με τα δάκρυά σου
Κάποιον να ακούσει όλα όσα ανόητα έχεις να πεις
Κάποιον να σε παρηγορήσει, να σε κατηγορήσει
Κάποιον να σε αγκαλιάσει, να σε βρίσει
 
 
Και μετά?

Μετά  σε σπρώχνουν
Να κάνεις το επόμενο βήμα
Να προχωρήσεις

Και βλέπεις πια πως ….

Είναι εύκολο να γίνει τελικά
Το πρόσωπο σου λάμπει στο φως του ήλιου
Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει
Οι σκέψεις σου είναι καθαρές
Η καρδιά σου ελεύθερη
Ότι σε πλήγωσε, ότι σε κορόιδεψε
Είναι πίσω πια
Δεν μπορεί να σε αγγίξει ξανά!

Και εσύ γελάς

Γελάς γιατί έχεις φίλους
Γελάς γιατί πλημμυρίζεις αρώματα
Γελάς γιατί είσαι όμορφη
Γελάς γιατί η ζωή στα δίνει αυτά
Και η ζωή πάει μπροστά

Η ζωή είναι όμορφη
Δεν μπορεί να την χαραμίζεις
Στα μικρά και ασήμαντα
Μπορείς να χορέψεις
Να τραγουδήσεις
Να το φωνάξεις πως…..
Η ζωή είναι όμορφη

 


Αυτά  λέει  η  Μάγισσα  Λεβίνα
Και  τα  αφιερώνει  σε  όλους  τους  φίλους  της

μαζί  με  ένα  κομματάκι  σοκολάτας
στον  καθένα απο εσάς
για  να  γλυκαθεί
για  να  γελάσει…

for all my friends



.


 είμαστε  Ζωντανοί
μπορούμε να ονειρευτούμε ξανά



20.8.11

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πριν από λίγο καιρό
Διοργανώθηκε ένα διαγωνισμός για
Παραδοσιακά Παραμύθια από το



 
Αποφάσισα να λάβω μέρος με ένα Παραμύθι
που  μου έλεγε, όταν ήμουν μικρή ο πατέρας μου.
Η καταγωγή του ήταν από την Ακαρνανία
και από εκεί προέρχεται αυτό το παραμύθι
που υπάρχει και σε άλλες παραλλαγές από όσο γνωρίζω.

Τα παραμύθια δημοσιεύτηκαν  πλέον στο διακύκτιο.

Θα τα βρείτε εδώ όλα…
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ




Ελπίζω να σας αρέσουν και να τα ευχαριστηθείτε .





18.8.11

fantasma



Όνειρο ήταν
Τ’ ανέμου φαντασία
Μονοπάτι που το περπάτησε
Με πόδια γυμνά,
Κορμί ντυμένο στο φως του ήλιου
Με μάτια κλειστά,
Χέρια απλωμένα
Να αγγίζουν το τίποτα
Να γυρεύουν το κάτι
Με κρατημένη την ανάσα
Με κλειδωμένη την καρδιά στα λόγια
Που αρώματα σκορπούσαν
Eυτυχισμένη
Από το λίγο
Από το τίποτα
Από το κάτι
Θάλασσα γαλάζια τύλιξε το γυμνό κορμί
Κύματα γλύψανε τα γυμνά τα πόδια
Απλώθηκαν τα χέρια του βυθού
 την έδεσαν
Την τράβηξαν κοντά τους
Στο πέλαγο καταμεσής στον μαύρο βράχο
Την άφησαν ναυάγιο
Με μάτια που στάζανε αίματα να βλέπει
Άλλη ήταν που χόρευε στο δικό της μονοπάτι
Άλλη έτρεχε με μάτια κλειστά
Άλλη με χέρια απλωμένα
Άλλη  τυλίχτηκε στα αρώματα
Άλλη πιάστηκε
Από το λίγο
Από το τίποτα
Από το κάτι
Κι η θάλασσα την περίμενε
Να την τυλίξει στον βυθό της
Να την δέσει , να την τραβήξει
Σειρήνα να την εγκαταλείψει
Καταμεσής του Πέλαγους
Σε μαύρο βράχο μοναχή
Να την αφήσει


 




.

12.8.11

breath in the moon




___ βρήκε μια κόκκινη μεταξωτή κορδέλα  στο συρτάρι
Λόγια σκόρπια , αγάπες άνισες
Σπαρμένες στην αμμουδιά σαν
Πράσινα θολά γυαλιά λειασμένα στο κύμα
___έδεσε μ΄ αυτή τα σκούρα μακριά μαλλιά
Πρόσωπο άυλο, κορμί διάφανο,
___γαλάζιο  φουστάνι φορά και με πόδια γυμνά
Βήματα ανάλαφρα, διστακτικά
___ ταξίδι κάνει μέσα σε νερά σκοτεινά
Ανταριασμένα κάτω απ το φεγγάρι
Παιχνιδιάρικο αυτό άτακτο μικρό παιδί
παίζει κρυφτό στην συννεφιά
___Αυγουστιάτικη νύχτα της πανσέληνου
Την μια σκορπίζει λευκασήμια
δάκρυα  χορεύουν στους λευκούς αφρούς
___ χορεύει κάτω απ τ ολόγιομο φεγγάρι
Την άλλη κρύβεται αυτό, πετάει σκοτάδι
___ ζηλεύει ο αγέρας, την κορδέλα της  αρπάζει
και το βήμα χάνεται, σκοντάφτει
Γονατίζει το κορμί
___ ανοιχτό το στόμα να φωνάξει δεν μπορεί
Απλωμένα τα χέρια
Στο τίποτα να στηριχτούν γυρεύουν
___ δεν ρωτάει πια το γιατί, το νοιώθει
Χέρι με χέρι
Ανάσα με ανάσα
___ μπερδεύει ο άνεμος τα μακριά μαλλιά
Και εκείνη μικρό κοχύλι
τυλίγεται στα φύκια
Γεμίζει ήχους θαλασσινούς

___ καράβι με ορθάνοιχτα πανιά που φεύγει
Ταξιδεύει στο πέλαγο η ψυχή
___ και στο κατάρτι του δεμένη κόκκινη κορδέλα που ανεμίζει


 



Αφήνεται στα κύματα
Πρόσωπο άυλο, κορμί διάφανο, άσαρκο
Ξαναγεννιέται, γελά, παίρνει ανάσα ξανά
___ ο ήχος της αστραπή και βροντή ταράζει τα νερά
Τραγούδι γίνεται, σειρήνα μάγισσα πετά μακριά

 



 
 

Θεριό της θάλασσας τρέχει να κρυφτεί
Λόγια κούφια θολά σαν κύματα σε βράχο να χτυπάνε
Η θάλασσα που την αγκάλιασε
Στην θάλασσα βυθίζεται
Τρομάζει τα ξάστερα  μάτια της να δει
Χάνεται σε σκοτεινές σπηλιές
Λάφυρο πολύτιμο στο μπράτσο του δεμένο
Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα που πάνω της
Το δικό της όνομα έχει κεντημένο.

 

 


Αφιερωμένο  σε όλους τους blogοφίλους μου με την ελπίδα ότι το Αυγουστιάτικο Φεγγάρι θα τους φέρει αυτό που επιθυμούν.
Να είστε όλοι καλά.


9.8.11

Χωρίς τίτλο σήμερα, φτάνει  μόνο ένα τραγούδι.


Απ΄  τα  ακριβά μου στα πιο φθηνά
Κι απ΄ την φωλιά μου στο πουθενά...

 

5.8.11

Gitana





Ποτέ δεν φόρεσα μάσκα
Περαστική  μέσα από αυτόν τον φευγαλέο κόσμο
Δεν σκέφτομαι να σταματήσω
Πες μου ποιος περπατάει
Όταν μπορεί να πετάξει?

Το πεπρωμένο μου είναι να περπατώ
Οι αναμνήσεις μου είναι ένα μονοπάτι στην θάλασσα
Αυτό έχω να δώσω
Λέω αυτό που σκέφτομαι
Πάρε με όπως είμαι

Το φως είναι η τσιγγάνα καρδιά μου
Αυτή μόνο ξέρει πως θα κερδίσει ενάντια σε όλα
Μη προσπαθήσεις να με σταματήσεις
Ούτε να κυριαρχήσεις επάνω μου
Εγώ επιλέγω πώς να κάνω τα λάθη μου
Αγκάλιασε με αν έφτασα εχθές
μπορεί να σε αφήσω αύριο
Γιατί είμαι τσιγγάνα
Que soy gitana

Ακόμα μαθαίνω
Με κάθε φιλί, με κάθε ουλή
Αυτό που μπορώ να καταλάβω
Για  τόσες φορές που σκόνταψα
Είναι πώς να πέσω


Το φως είναι η τσιγγάνα καρδιά μου
Αυτή μόνο ξέρει πως θα κερδίσει ενάντια σε όλα
Μη προσπαθήσεις να με σταματήσεις
Ούτε να κυριαρχήσεις επάνω μου
Εγώ επιλέγω πώς να κάνω τα λάθη μου
Αγκάλιασε με αν έφτασα εχθές
 μπορεί να σε αφήσω αύριο
Γιατί είμαι τσιγγάνα
Que soy gitana

Πάμε και θα δεις
Πως η ζωή είναι χαρά
Είναι φυσικό να φοβάσαι
Αυτό που δεν γνωρίζεις

Πάρε με και πάμε
Η ζωή είναι χαρά
Είναι φυσικό να φοβάσαι
Αυτό που δεν γνωρίζεις

Θέλω να σε δω να πετάς
Quiero verte volar







Nunca usé un antifaz
Voy de paso por este mundo fugaz
No pretendo parar
Dime quien camina cuando se puede volar

Mi destino es andar
Mis recuerdos son una estela en el mar
Lo que tengo lo doy
Digo lo que pienso
Tómame como soy

Y va liviano
Mi corazón gitano
Que sólo entiende de latir a contramano
No intentes a amarrarme
Ni dominarme
Yo soy quien elige cómo equivocarme
Aprovéchame que si llegué ayer me puedo ir mañana
Que soy gitana
Que soy gitana

Sigo siendo aprendiz
En cada beso y con cada cicatriz
Algo pude entender
De tanto que tropiezo
Ya sé como caer

Y va liviano
Mi corazón gitano
Que sólo entiende de latir a contramano
No intentes a amarrarme
Ni dominarme
Yo soy quien elige cómo equivocarme
Aprovéchame que si llegué ayer me puedo ir mañana
Que soy gitana
Que soy gitana

Vamos y vemos
Que la vida es un goce
Es normal que le temas
A lo que no conoces

Tómame y vamos
Que la vida es un goce
Es normal que le temas
A lo que no conoces

Quiero verte volar
Quiero verte volar

Y va liviano
Mi corazón gitano
Que sólo entiende de latir a contramano
No intentes a amarrarme
Ni dominarme
Yo soy quien elige cómo equivocarme
Si vine ayer aprovecha hoy que me voy mañana
Que soy gitana

3.8.11

enraged blood





Κοίταξε ξαφνιασμένη τα χέρια της.
Δάχτυλα αρπαγμένα από το τιμόνι,
ναυαγός μέσα στο ίδιο της τ΄ αμάξι,
οι κόμποι λευκοί από το σφίξιμο,
παγωμένος ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπο της,
τα μαλλιά της βρεγμένα,
μια διάφανη σταγόνα κύλησε στον λαιμό
στάθηκε για λίγο πάνω στην φλέβα που χτυπούσε σε έξαλλο ρυθμό ,
την δρόσισε,
προχώρησε γρήγορα πιο χαμηλά και χάθηκε ανάμεσα στα στήθη
που ανεβοκατέβαιναν βίαια σε κάθε ανάσα της.
Έσφιξε τα δόντια μέχρι που τα άκουσε να τρίζουν,
ήθελε να πονέσει, να πονέσει στ  αλήθεια,
να χαράξει το δέρμα της να δει το αίμα της να τινάζεται,
να πάρει αυτός ο πόνος τον άλλον της καρδιάς.


Η μηχανή γουργούριζε απαλά σαν γατούλα,
πήγαινε στην άκρη του δρόμου, τον ήξερε αυτόν τον δρόμο,
τόσα χρόνια τον περπατούσε, πρώτα μια αριστερή στροφή,
μετά μια μεγαλύτερη δεξιά, μετά μια έξοδος,
μετά ακόμα μια στροφή και ίσια για ....
ναι μετά ήταν η δική της πίστα
Η μεγάλη ευθεία, εκεί που δοκίμαζε τις αντοχές της….


Σκέψεις.
Χίμηξαν  με μαύρα νύχια και άρπαξαν το μυαλό της για μια ακόμα φορά.
Θα σε πολεμήσω , σκέφτηκε, θα σε πολεμήσω διάολε! Θα σε νικήσω…
Πάντα εκείνη νικούσε σε αυτό το παιχνίδι,
αντίπαλος ο εαυτός της και μόνο,
τι σημασία είχε ο νικητής, τι σημασία είχε ο χαμένος?
Τι είχε να χάσει?
Τα χαμένα χρόνια?
Τις χαμένες αγάπες?
Την χαμένη ζωή?
Την μοναξιά της?
Τον χαμένο εαυτό της?
Ένα δυνατό γέλιο βγήκε από τα βάθη της καρδιάς της,
γέλιο ή λυγμός, δεν ξεχώριζε, πάντως το ίδιο ακουγόταν.
Γελούσε όταν της είπε σ αγαπώ
Γελούσε όταν της είπε πως ΄΄ του τελείωσε ΄΄!
Του τελείωσε, μα τι ήταν να του τελειώσει? Φέτα στο βαρέλι?
Αυτή όμως απλά γέλασε, σιγά μη του έδινε το δικαίωμα να καταλάβει!
Σιγά μη τον άφηνε να την λυπηθεί…..η καημένη!!
Α σιχτίρ, πόσο σιχαινόταν αυτό το καημένη,
την έκαιγε περισσότερο από την δική του προδοσία.
Μόνο που άρχιζε πάλι το ταξίδι της,
αυτό που για χάρη του είχε σταματήσει,
αυτό που το φρενάρισε για να ακούσει τα λόγια του,
Να ακουμπήσει στα χέρια του
Να ανασάνει την ανάσα του
Να του δώσει ………τι να του δώσει? Τι είχε εκείνη να του δώσει?
Είχε….μάτια, μυαλό, κορμί,
μια αγκαλιά τριαντάφυλλα τα φύλλα της ψυχής της,
μια αγκαλιά γεμάτη καρδιά,
τα έδωσε.
Άντε στο καλό, κομμάτια του έδωσε, ένα κομμάτι από εδώ,
ένα κομμάτι από εκεί, όπως της τα επιστρέφανε κάθε φορά, σπασμένα,
τα μπάλωνε πρόσθετε και κάτι παραπάνω και τα έδινε.
Τα μπάλωσε μια, τα μπάλωσε δυο , τα μπάλωσε τρεις,
εεε και στρίφωμα να ήταν θα χάλαγε πια με τόσο ράβε ξήλωνε….
Γέλασε με την σκέψη της.
Στρίφωμα είσαι κοριτσάκι μου, σε ξηλώνουν και το μπαλώνεις
και δώστου ξανά μανά….αϊ σιχτίρ, άντε πέτατο το ρετάλι
που το έχεις και το κοπανάς το ίδιο μια ζωή.


Μια ζωή !!! μόνο μία, δική της όμως, να την ορίζει αυτή πια.
Ναι....αυτό μπορούσε να το κάνει.
Χάιδεψε το γκάζι
Το θηρίο ξύπνησε κάτω από το λεπτό γοβάκι της
Το άκουσε να μουγκρίζει, να την προκαλεί,
να την παρακαλεί να το αφήσει ελεύθερο να χιμήξει εμπρός


____Δώστα Κυρά μου ......της φώναξε


____Πάρε με λιοντάρι μου..... του φώναξε,
         συνεπαρμένη από τον βρυχηθμό του


Σταθερό το πόδι
Σταθερό το χέρι που σφίγγει το τιμόνι
Σταθερό το βλέμμα στην απόλυτη ευθεία


____Δικός σου ο δρόμος Κυρά μου ......της φώναξε


Δυο φωτιές κάτω από το φεγγάρι τα μάτια του
Νύχια άρπαξαν την μαύρη άσφαλτο
Την κομμάτιαζαν , την καταβρόχθιζαν
Ελεύθερο κάλπαζε
Το εύθραυστο κορμί πολύτιμο φορτίο του


Δεν έμεινε καμία σκέψη στο κουρασμένο της μυαλό
Ένα κενό τετράδιο με άγραφες σελίδες ήταν
Περνούσαν οι σκέψεις το ίδιο γρήγορα με τον δρόμο
Αστραπές από στιγμές
Μόνο στιγμές



Σκόνταψε


Το θηρίο μούγκρισε λαβωμένο


____Κυρά μου…


Μάτωσε


Ακούστηκε η κραυγή του πόνου του
Καθώς σωριαζόταν ξέπνοο στην άκρη του δρόμου
Μια φλόγα τρεμόπαιξε στα μάτια του
Έγειρε πανωθέ του το φεγγάρι
Το αγκάλιασε τρυφερά
Του έδωσε το τελευταίο φιλί
Η φλόγα έσβησε
Χάθηκε
Σαν να μην υπήρξε ποτέ.


                                                                 Levina