27.11.11

Ο κύκλος μιας ζωής

Παίρνω κομμάτια απο μια παλιά μου ανάρτηση
γιατί για εμένα αξίζει να αποχαιρετήσω έτσι ένα μέλος της οικογένειας μου.
Να κλείσω τον κύκλο που άνοιξε πριν απο τρία σχεδόν χρόνια με αυτό τον τρόπο.
Ξέρω πως για άλλους θα φανεί ανόητο, για άλλους υπερβολικό μέσα στους καιρούς που ζούμε,
για εμένα όμως είναι η πραγματικότητα μου, ένα κομμάτι της καθημερινότητας μου
που της λεω ΄΄αντίο΄΄.





 


Δεν ξέρω να σας πω για την αρχή της ζωής του Φάτσα, αλλά μπορώ να την φανταστώ.
Μια σκυλομανούλα γεννά τα κουταβάκια της ίσως στον δρόμο, ίσως σε ένα σπίτι
που ο ιδιοκτήτης της τα χαρίζει σε γνωστούς και αγνώστους,
 πάντως ο μικρός κατάλευκος Φάτσας βρέθηκε σε ένα σπίτι, σε μια οικογένεια
τους δυο πρώτους μήνες της ζωής του.
Μόνο που είχε ο καημενούλης το θράσος να αρρωστήσει από μια σκυλοαρρώστια
που σιχαινόμαστε εμείς οι άνθρωποι, από ψωρίαση με αποτέλεσμα το κοντό
τρίχωμα του να εμφανίσει μεγάλες κενές κηλίδες και το σκυλάκι αντί να φτάσει
σε γιατρό να θεραπευτεί πετάχτηκε στον δρόμο.
Από εκεί ξεκινά η ιστορία του όπως εγώ την γνωρίζω, από την ώρα που
τον περιπλανώμενο Φάτσα τον μαζεύει μια κυρία και φτάνει στα χέρια μιας γυναίκας
που έχει αφιερώσει την ζωή της στο να σώζει αδέσποτα από τους δρόμους .
Ο Φάτσας είναι πλέον σε καλά χέρια και απομονωμένος από τα άλλα σκυλιά
για να μη τα κολλήσει κάνει την θεραπεία του και την μεγαλύτερη φασαρία από όλους,
γιατί είναι μόνο τριών μηνών και θέλει να βγει από το δωμάτιο της απομόνωσης
και να  πάει κοντά στους άλλους για να παίξει. Έχοντας πάει να πάρουμε
 ένα αδεσποτάκι , που έχουμε δει την φωτο του στο ιντερνετ,
βλέπουμε από το παράθυρο τον μικρό Φάτσα, αλλά πώς να αποκτήσουμε
δυο σκυλιά ακόμα??? Φεύγουμε με την σκυλίτσα που θέλαμε να υιοθετήσουμε
( θα σας μιλήσω κάποια άλλη φορά γι αυτή την ιστορία)
Αλλά ο μοναχικός Φάτσας έχει καθίσει στο μυαλό μας και παρ όλους
τους ενδοιασμούς μας έρχεται η ώρα που φτάνει και αυτός στο σπίτι μας.


 


Ήταν ο άσπρος σίφουνας!! Ένα θεόμουρλο σκυλί που δεν άφηνε κανέναν σε ησυχία, ειδικά με τον Λύκο μας , απορούσα πως δεν του πάταγε καμία δαγκωνιά να τον αφήσει στην ησυχία του.
Η  περιπέτεια όμως του Φάτσα δεν θα τελείωνε τόσο εύκολα.
Κάποια στιγμή αρχίζει να μη πατά το πίσω ποδι και να δείχνει ότι πονάει.
Τον πάμε στον γιατρό και η διάγνωση είναι ρήξη χιαστού και στα δυο πίσω πόδια,
οπότε χρειάζεται εγχείρηση.
Μπαίνουμε και σε αυτή την διαδικασία με την διαβεβαίωση ότι τουλάχιστον θα πατήσει
το πόδι του το εγχειρισμένο και μετά θα κάνουμε δεύτερη εγχείρηση στο άλλο πόδι.
Ο Φάτσας όμως μετά από αυτό δεν ξαναπάτησε κανένα από τα δυο πίσω πόδια,

 

 


 

Ο Φατσούλης μας είναι πάντα εδώ, πρώτος στο φαΐ, στο παιχνίδι, στα χάδια, στον τζερτζελέ 
και ας  είναι στα δυο πόδια και ας τον λυπούνται όσοι τον βλέπουν. Εγώ τους λέω
ότι δεν τον λυπάμαι γιατί ο ίδιος δεν λυπάται τον εαυτό του, ζει ευχαριστημένος
σε ένα σπίτι που τον αγαπούν και τον προστατεύουν με την παρεούλα του,
τον μεγάλο Ρήγα και την τσαπερδόνα την Κάρμεν 
και θα ζει έτσι μέχρι το τέλος της ζωής του.




φοβερά φοβισμένος από τους πόνους, αρνείται να περπατήσει όπως πρέπει
και πλέον περπατά με τα δυο μπροστινά πόδια, χωρίς αυτό να μειώνει σε κάτι
την ενεργητικότητά του, την όρεξη για γαυγίσματα σε όποιον τολμήσει να περάσει έξω
από τον φράκτη του σπιτιού, ξεσηκώνοντας τους άλλους δυο με το παραμικρό.
Σα να μας φωνάζει……………εγώ δεν είμαι ανάπηρος,
ούτε άχρηστος, το δουλεύω το φαγητό που μου δίνετε!!!


 


Όταν τα έγραφα αυτά δεν περίμενα ότι το τέλος αυτό
θα ερχόταν τόσο γρήγορα.
Δεν είδαμε τα σημάδια της  καινούργιας αρρώστιας που τον χτύπησε και αν τα είδαμε
δεν τα καταλάβαμε. Ξέραμε τον
Φόβο του για τους ξένους, τι πέρασε με τα χειρουργία….
όταν κάναμε τις εξετάσεις ήταν αργά πια.
Η αρρώστια τον κατέβαλε, πρίν λίγες μέρες αρνήθηκε την τροφή,
απλά καθόταν στην γωνιά του μέσα στο σπίτι και μας κοίταζε κάθε φορά που περνούσαμε
δίπλα του και του αφήναμε το χάδι μας ….
αυτό του ήταν αρκετό.



 


Η λύση της ευθανασίας δεν μας βρήκε σύμφωνους μετά από
Συζητήσεις επι συζητήσεων για το αν πρέπει ή όχι να γίνει.
Όχι , δεν μπορούσε κανένας μας να το κάνει αυτό στον φίλο μας,
σε ένα μεταλλικό τραπέζι ενός ιατρείου.
Δεν θα του δίναμε αυτό τον φόβο στις τελευταίες του στιγμές.
Το τέλος ήρθε το βράδυ του Σαββάτου, μέσα στην αγκαλιά μας.


Είμαι σίγουρη πως τώρα πια ξανάγινε το θεόμουρλο κουταβάκι
που έτρεχε χαρούμενο στον κήπο μας, σε κάποιο λιβάδι
θα τρέχει και θα γαυγίζει για να τον ακούμε εμείς
που τον αγαπήσαμε.
Ανοιχτοί οι ορίζοντες στον δρόμο του.
 


22.11.11

Mια γλυκιά σταγόνα

θέλω ένα τριαντάφυλλο να μου δώσεις.
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, με πολλά πολλά βελούδινα φύλλα.
Δεν θέλω από αυτά τα σκούρα κόκκινα, το θέλω να έχει και λίγο από ρόζ και λίγο από λευκό.
Θα το βουτήξω στο βάζο με την ζάχαρη και μετά θα το ακουμπήσω στην πιατέλα από γαλάζια πορσελάνη.
Θα γυαλίζουν οι κρύσταλλοι της ζάχαρης κάτω από το φως των κεριών, όπως γυαλίζουν τα μάτια σου όταν με κοιτάς τα πρωινά που πίνουμε τον καφέ μας καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλον…..να όπως καθόμαστε τώρα.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Μόνο ένα τριαντάφυλλο ζαχαρωμένο μας χωρίζει.
Το αγγίζω και κολλάω από την γλύκα του, κόβω ένα βελούδινο πέταλο, κλείνω τα μάτια  και το αγγίζω με τα χείλη μου……το κλείνω μέσα στο στόμα μου και γεμίζω αρώματα, το κόκκινο του ρόδου, το λευκό της ζάχαρης, το ροζ που κυλά σταγόνα από μέσα μου.
Την αγγίζεις με τα ακροδάχτυλα, την γεύεσαι και ξέρεις πως μέσα σε αυτή την μικρή σταγόνα από ροδοζάχαρη  κλείνονται όλα  μας τα όνειρα…. αυτά που κάναμε και αυτά που φοβηθήκαμε να κάνουμε, αυτά που πραγματοποιήθηκαν και αυτά που παρέμειναν όνειρα.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Θέλω να ανοίξω την αγκαλιά μου και να κλείσω μέσα όλες τις ζάχαρες του κόσμου, να την ανοίξω και να τινάξω στον άνεμο  λουλούδια, να γεμίσουν τα σύννεφα ροδοπέταλα, να χορεύουν γύρω από πρόσωπα λυπημένα, γύρω από χέρια βασανισμένα, γύρω από καρδιές φυλακισμένες, γύρω από κορμιά μαραμένα να γίνουν τα λουλούδια μου η λιακάδα σε ένα συννεφιασμένο ουρανό.
Οι προσδοκίες μου όλες μέσα σε αυτό το ροδοπέταλο που κρατάω στο στόμα μου και στο επόμενο και στο επόμενο και μασουλάω αργά αργά το δικό σου τριαντάφυλλο και κριτσανίζει η  ζάχαρη αρωματισμένη από το κόκκινο λουλούδι, γέρνω το κεφάλι και ακούω τον ρυθμικό ήχο που κάνει η καρδιά μου , το σφυρί στο αμόνι κάτω από το ανταριασμένο δέρμα μου  και καθώς καταπίνω ένα ένα τα μικρά βελούδινα φύλλα  γίνομαι κόκκινο και εγώ, γίνομαι ένας κρύσταλλος από ζάχαρη, γίνομαι  σταγόνα και έρχεται ένα δάκρυ τόσο δα μικρό και καθώς κυλάει από το μάγουλο και στάζει στο κορμί  με παρασέρνει μαζί του, πέφτω στο κρύο πάτωμα,
χάνομαι, λιώνω ………..
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Μια κόκκινη σταγόνα απέμεινε από μένα και την κοιτάς περίεργα , αναρωτιέσαι τι να είναι αυτό! σιρόπι από τριαντάφυλλο ή αίμα?
Φαίνεται τόσο περίεργα αυτή η κόκκινη σταγόνα επάνω στην σκόνη, μοιάζει να σε ενοχλεί που υπάρχει εκεί.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Στέκομαι  πλάι στο ανοιχτό παράθυρο και παρατηρώ αθέατη τις κινήσεις σου. Σκύβεις και με ένα μαντίλι μαζεύεις την σταγόνα , την παρατηρείς από κοντά, πάλι δεν καταλαβαίνεις και εγώ γελάω, ξέρω πως θα βάλεις το μαντήλι στο τσεπάκι σου, εκεί στο μέρος της καρδιάς και θα είμαι και πάλι κοντά σου , επάνω σου , μέσα σου.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Περνάς από το τζάκι και πετάς μέσα το μαντήλι, η φωτιά το αρπάζει στην αγκαλιά της και σε λίγα δευτερόλεπτα έχει γίνει μια φλεγόμενη μπάλα που χάνεται ο καπνός της στην καμινάδα.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤
Πετάω έξω από το παράθυρο, μια πύρινη μπάλα και εγώ, ένα κόκκινο αστέρι που χάνεται μέσα στην νύχτα, έφυγα για άλλους ουρανούς.
¤*¨¨*¤.¸¸.¤*¨¨*¤.¸¸.¸.¤­*¨¨*¤.¸¸.¸.¤*¨¨*¤


Levina



17.11.11

Της Νύχτας τα Καμώματα!








Κουράστηκα να περιμένω……..

κουράστηκα  κρεμασμένη όλη μέρα πάνω από το τηλέφωνο,
να φέρνω κολασμένους κύκλους στα άδεια δωμάτια, να ισιώνω
το βάζο με τις μαργαρίτες, το τασάκι στο τραπέζι,  να ανοιγοκλείνω
ντουλάπια, να αλλάζω θέση στις πολυθρόνες, να παίζω με
την ηλεκτρική σκούπα που κάθε φορά που την ανοίγω έχω
την εντύπωση πως θα χτυπήσει το τηλέφωνο και δεν θα το ακούσω
……..θα το ακούσω αργά και δεν θα το προλάβω.


Η παράνοια έχει αρχίσει και χτυπάει την πόρτα μου, βρίσκω
την λύση σε ένα μπάνιο με καυτό νερό.
Τρίβω με λύσσα το κορμί μου σα να θέλω να σε διώξω από
πάνω μου, από μέσα μου, μέχρι που με πονάει το τρίχινο γάντι
και το πετάω σε μια γωνιά. Μάλλον δάκρυα είναι αυτά που
νοιώθω , αλλά δεν είμαι και σίγουρη, ίσως είναι το καυτό νερό
ή το σαμπουάν στα μάτια μου.


Νυχτώνει και χάνεται το φως, θα πρέπει να ανάψω καμία
λάμπα και ανάβω όλα τα φώτα του σπιτιού , ακόμα και τα κεριά
που είναι πάνω σε τραπέζια , τραπεζάκια και το σπίτι μοιάζει
σαν φάρος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μήπως και το δεις
από μακριά και θυμηθείς πως μου είχες πει να σε περιμένω σήμερα.
Φυσικά το τηλέφωνο δεν μου κάνει την χάρη να χτυπήσει, το
κουδούνι της πόρτας παραμένει σιωπηλό και ακούω μόνο
την καρδιά μου να χτυπά στον ίδιο ρυθμό με το ράδιο
που αυτή την ώρα παίζει παλιές μπαλάντες για ερωτευμένους.


Νοιώθω πως το μυαλό μου θέλει να εκραγεί, χρειάζομαι
απεγνωσμένα αέρα, να βγω….να βρω…..δεν ξέρω τι, ποιόν?.
Στέκομαι μπροστά στην ντουλάπα μου, ψάχνω ανάμεσα
στα ρούχα μου, τι θα φορούσα αν ερχόσουν απόψε κοντά μου?
Διάλεξα το μαύρο μου φόρεμα, μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες….
όχι δεν είναι κατάλληλες για περπάτημα και εγώ θέλω
να περπατήσω, αλλά τις φοράω γιατί έτσι! Μου αρέσουν.


Έβρεχε!
Όλη την ημέρα έβρεχε και εγώ δεν το κατάλαβα καθώς
το μυαλό μου ήταν κολλημένο στο να σε περιμένω.
Τα πεζοδρόμια γυαλίζουν κάτω από τις λάμπες του δρόμου,
περπατάω γρήγορα και ακούω τον ήχο από τα τακούνια μου
να με ακολουθεί, έχει τόση ερημιά.
Σταγόνες βροχής πέφτουν στο πρόσωπο μου, παγωμένες,
τρυπάνε σαν βελόνες το δέρμα μου και έχει τόση ησυχία
στις σκοτεινές γωνιές του δρόμου.
Ποιος τρελός θα έβγαινε μέσα στα μεσάνυχτα μια κρύα νύχτα
με βροχή χωρίς λόγο?
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω, ξεκίνησα για κάπου, μη με ρωτήσεις
για πού, ούτε εγώ το ξέρω! Σκέφτομαι πως δεν είμαι εγώ αυτή
που περπατάει βιαστικά χωρίς προορισμό, χωρίς λογική.


Ένα ζευγάρι περνάει βιαστικά δίπλα μου.......
τυλιγμένοι στα παλτά τους με βιαστικό βήμα χάνονται στο
βάθος του δρόμου αλλά προλαβαίνω να τους δω να με κοιτάνε
περίεργα και να κουνάνε το κεφάλι με αποδοκιμασία….
τι περίεργο θέαμα θα είμαι! Με την βροχή να στάζει από
τα μαλλιά μου, χωρίς παλτό, χωρίς ομπρέλα, μια τρελή
με ψηλοτάκουνα να περπατά ολομόναχη στους άδειους δρόμους.
Σίγουρα θα νόμιζαν πως είτε το έχω σκάσει από άσυλο είτε
είμαι μεθυσμένη….έτσι όπως παραπατάω γλιστρώντας
στον βρεγμένο δρόμο και εγώ σαν μεθυσμένη νοιώθω.

Κάθομαι σε ένα σκαλοπάτι, δεν έχω άλλο το κουράγιο να
συνεχίσω. Δεν φοράω και ρολόι, αλλά μάλλον σε λίγο θα
ξημερώσει, βλέπω πως το σκοτεινό του ουρανού φεύγει σιγά σιγά.
Θα ξεκουράσω λίγο τα πόδια μου και …….
τι πρόβλημα και αυτό να νοιάζομαι τόσο για σένα και εσύ να
με έχεις βάλει στην αναμονή………
με πεθαίνουν οι γάμπες μου………
μάλλον όχι, εγώ το κάνω αυτό, εγώ έβαλα τον εαυτό μου
στην δική σου άκρη……..
εσύ δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα!
Αυτή την νύχτα με τόσο νερό που έπεσε επάνω μου, ξέβαψες,
ξεθώριασες, σε βλέπω να κυλάς στα πόδια μου , να χάνεσαι
στην άκρη του δρόμου….
Η βροχή σταμάτησε, κόσμος αρχίζει και κυκλοφορεί.
Πάνε στις δουλειές τους οι άνθρωποι το πρωί. Κάποιος πλησιάζει,
κοντοστέκεται και νοιώθω να μου βάζουν κάτι στο χέρι…..είναι
μερικά σεντ που γυαλίζουν ασημένια στην χούφτα μου!!!


- Για το λεωφορείο , μου ψιθυρίζει και απομακρύνεται με
βιαστικά βήματα.


Να γελάσω ή να κλάψω?
Μάλλον για ξεπεσμένη πόρνη με πέρασε, πάλι καλά που δεν
με ρώτησε….Αναδουλειές?
Φυσικά ….με την βροχή πώς να σταυρώσεις πελάτη στον δρόμο?
Αυτό σηκώνει γέλιο, πολύ γέλιο και δεν μπορώ να συγκρατηθώ,
ένα τρελό  κύμα γέλιου ξεχύνεται από μέσα μου, σκεπάζει τον δρόμο,
τα πεζοδρόμια, τα σπίτια, την πόλη.


Αλήθεια, δεν θυμάμαι ……..τα κεριά τα έσβησα πριν φύγω?





13.11.11

Στο χιόνι είδα τον Λύκο

 
Είναι που ο άνεμος όσο πάει και δυναμώνει , το κρύο γίνεται όλο
και χειρότερο, η θερμοκρασία έχει πέσει κάτω από το μηδέν.
Είναι  και που για τρεις ολόκληρες μέρες το χιόνι πέφτει χωρίς σταματημό,
έχει σκεπάσει τις στέγες των σπιτιών, τα δέντρα,
τους δρόμους.
Είναι που δεν κυκλοφορεί κανένας έξω, έχουν μαζευτεί όλοι
μέσα και  περιμένουν να σταματήσει αυτή η κακοκαιρία.
Είναι που βαρέθηκα να κάθομαι και να περιμένω και να κοιτάζω
τις νιφάδες να πέφτουν χαλαρά από τον γκρίζο ουρανό.
Είναι που νυχτώνει και ο αέρας σταμάτησε, ο ουρανός καθάρισε
και ένα ασημένιο φεγγάρι βγήκε ολόγιομο πίσω  από τα λιγοστά σύννεφα.
Γυαλίζει το χιόνι, μοιάζει με σπασμένα γυαλιά σκορπισμένα σε
στρώμα από βαμβάκια και στα δέντρα…κοίτα το δάσος με τα
έλατα πάνω από τα σπίτια, τώρα τον χειμώνα γυαλίζουν οι
στάλες από το ρετσίνι στις κουκουνάρες τους κάτω από το
φως του φεγγαριού.
Μόνο τα βήματα μου ακούω, το δάσος στέκεται σιωπηλό.
Κάπου κάπου ένα κομμάτι πάγου ξεκολλάει από κάποιο κλαρί
και πέφτει με ένα υπόκωφο παφλασμό στο παχύ  λευκό στρώμα
του χιονιού από κάτω.
Ξέρω το μονοπάτι και ας το έχει σκεπάσει το χιόνι, το έχω περπατήσει
δεκάδες φορές, έχω φτάσει στο ύψωμα με το μεγάλο ξέφωτο πάνω
από τον γκρεμό. Από εκεί μπορεί να δεις όλη την
πλαγιά του βουνού , αν έχει καθαρό καιρό να δεις τα χωριά
στα απέναντι βουνά , να δεις ακόμα και την θάλασσα μακριά,
πολύ μακριά.
Αυτό που άκουσα δεν ήταν τα δικά μου βήματα, ούτε οι γνωστοί
ήχοι του δάσους. Ήταν αυτό που ένοιωθα πως υπήρχε κοντά μου,
μια παρουσία διαφορετική.
Το νοιώθω πως δεν είμαι ολομόναχη αυτή τη φορά στο δάσος μου..
Έφτασα λαχανιασμένη στο ξέφωτο, το φως του φεγγαριού εδώ
είναι πιο έντονο, πέφτει στην λευκή επιφάνεια και αντανακλά
γύρω σαν να έχεις ανάψει εκατομμύρια μικρά μικρά ασημένια
φωτάκια.
Βγήκε σαν σκιά μέσα από τα δέντρα και στάθηκε λίγα μέτρα
μακριά μου. Μπορούσα να δω τα  χρυσαφένια μάτια του να
με κοιτάνε έντονα χωρίς φόβο, χωρίς απειλή.
Ακίνητοι  μένουμε και οι δυο να μετράμε  ο ένας τον άλλο,
χωρίς να ανοιγοκλείσουμε ούτε τα βλέφαρα.
Ήταν πραγματικά τεράστιος, θα μπορούσε να μου σπάσει τον
σβέρκο με μια κίνηση , όμως  εγώ ένοιωθα πως ήμασταν 
δυο ίδια πλάσματα που μοιραζόμαστε τον ίδιο τόπο.

Προχώρησα στο πλάτωμα πάνω από τον γκρεμό  και τον
ένοιωσα που ήρθε και στάθηκε δίπλα μου κοιτώντας και
αυτός με το ίδιο ενδιαφέρον πέρα μακριά τα χιονισμένα βουνά.
Χιλιόμετρα μακριά φαινόταν κάποιο μικρό κομμάτι της Εθνικής
με τα πορτοκαλιά φώτα σαν φανάρια από βαπόρια που έπλεαν
σε σκοτεινές θάλασσες.
Άπλωσα το χέρι μου και το ακούμπησα απαλά επάνω στην
λευκή του γούνα. Περίμενα να τραβηχτεί μα δεν το έκανε.
Δεν κουνήθηκε ούτε όταν γονάτισα δίπλα του και ακούμπησα
το κεφάλι μου στον ώμο του.
Τα μάτια του με κοίταζαν, ήρεμα, ήταν σαν να με γνώριζε, σα
να τον ήξερα από παλιά, σα να είχαμε συναντηθεί ξανά και ξανά.
Τα δάχτυλά μου χώθηκαν βαθιά στην γούνα του, ήταν τόσο
ζεστός, η ανάσα του έβγαινε σαν ανάλαφρες τούφες καπνού
μέσα από τα ρουθούνια του, η γλώσσα του πέρασε απαλά
επάνω στο μάγουλο μου, η μυρωδιά του ήταν κάτι από
κομμάτι γης, από πέταλα παγωμένων λουλουδιών, από
τους φλοιούς των δέντρων, ήταν η δική μου μυρωδιά
επάνω του. Μέσα στην ησυχία της νύχτας μόνο τις ανάσες μας
ακούω, στην ακινησία του δάσους μόνο τα χέρια μου να
χαϊδεύουν το ζεστό κορμί του έβλεπα και το σώμα του να
σκύβει να χώνεται βαθιά στην αγκαλιά μου.
Ξαπλώνω στο μαλακό στρώμα του χιονιού και τον παρασέρνω
μαζί μου, θέλω τόσο να γελάσω και κοίτα να δεις που έχω την εντύπωση
πως και εκείνος γελάει μαζί μου!
Σήκωσε ψηλά το κεφάλι και τον νοιώθω να παγώνει κάτω από
το άγγιγμά μου. Με κοιτάζει  έντονα σα να μου λέει…σταμάτα.
Πήρα την διαταγή του και μένω ακίνητη όπως εκείνος.
Τα μάτια του σαρώνουν το ξέφωτο γύρω μας και μέσα από τα
βάθη του στήθους του ένα υπόκωφο γρύλισμα βγήκε, ίσα που ακούστηκε …..
και τώρα  τις βλέπω  και εγώ……..μαύρες σκιές
που βγήκαν σαν φαντάσματα μέσα από το δάσος.
Μάτια που γυαλίζουν στο φεγγάρι, ποδοβολητά σιωπές
και γρυλίσματα. Στέκεται  όρθιος  ένα βήμα μπροστά από εμένα,
κρύβοντας με πίσω από τον λευκό του όγκο και τι παράξενο….
ούτε τώρα φοβάμαι.
Ο ήχος που βγαίνει από το στήθος του είναι ένας άγριος
βρυχηθμός , ανατριχιάζω που τον ακούω τόσο κοντά μου,
φαντάζομαι πως θα ήταν σαν αντίπαλος!
Ένα περήφανο μοναχικό αρσενικό  έτοιμο να υπερασπιστεί
το λάφυρο του? Το σώμα του τρέμει από την ένταση και τα
γυμνά δόντια του γυαλίζουν σαν λάμες μαχαιριών.
Οι σκιές κινούνται αθόρυβα αλλά δεν αφήνουν την ασφάλεια του δάσους,
καμία δεν εμφανίζεται στο ξέφωτο να τα βάλει με τον προστάτη μου.
Γρυλίζουν, φοβερίζουν, πηγαινοέρχονται με νευρικές κινήσεις
γύρω από τα δέντρα, αλλά κανένας από τους εισβολείς δεν έχει
το κουράγιο να κάνει την πρώτη κίνηση, να επιτεθεί.
Ξέρω πως πρέπει να φύγουμε από εδώ.
Είναι πέντε έξη από αυτούς και η πείνα θα νικήσει τον φόβο τους κάποια στιγμή.
Το κορμί του τρέμει από ένταση και καθώς υποχωρούμε
η φωνή του γίνεται ακόμα πιο άγρια.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο δάσος και πάλι και τώρα βλέπω
τις σκιές πολύ πιο κοντά μας, όμως όσο έχω ακουμπισμένο
το χέρι μου στον ώμο του και περπατάμε πλάι πλάι και πάλι δεν φοβάμαι
για μένα, για εκείνον ανησυχώ.
Πως θα τα βγάλει πέρα αν μας επιτεθούν?
Όσο δυνατός και να είναι , εκείνοι είναι περισσότεροι.
Κοντεύουμε να φτάσουμε στην άκρη του χωριού, ήδη μυρίζω
τον καπνό από τις καμινάδες των τζακιών, τις μυρίζουν και
εκείνοι όμως και δεν έχουν την πρόθεση να πάνε τόσο κοντά
σε ανθρώπους. Χάνονται οι σκιές ανάμεσα στα δέντρα, σα να
μην υπήρξαν ποτέ.
Τον νοιώθω που κοντοστέκεται, δεν είναι πρόθυμος
να συνεχίσει μαζί μου. Μα που  να πάει?
Πλάσμα του δάσους αυτός, τι θα μπορούσε να κάνει
μαζί μου ανάμεσα σε ανθρώπους?
Γονατίζω για μια ακόμα φορά και τον σφίγγω στην αγκαλιά μου.
Ακουμπάω το μέτωπο μου στο δικό του και τον κοιτάω βαθιά
στα μάτια. Θέλω να του πω πόσο τον αγαπάω, αλλά νομίζω ήδη
το ξέρει. Περιμένει εκεί καθώς φεύγω και τα δάκρυα που κυλάνε
από τα μάτια μου γίνονται μικρά κομμάτια πάγου πριν πέσουν
στο χιόνι.
Όταν γυρίζω για να τον ξαναδώ μια τελευταία φορά…….έχει φύγει,
έχει χαθεί στο χιονισμένο δάσος και την ώρα που μπαίνω στην
αυλή μου τον ακούω να μου τραγουδά μακριά, επάνω στο ξέφωτο.
Ξέρω ότι εκεί θα με περιμένει τα χιονισμένα βράδια με πανσέληνο,
στο πλάτωμα των βράχων πάνω από τον γκρεμό.

 
 

Levina





7.11.11

Λέξεις στο κενό





Λόγια
Λέξεις
Άνθρωποι που ουρλιάζουν, μιλάνε, γελάνε,
ψιθυρίζουν, μουρμουράνε
Λέξεις και πάλι
Χωρίς νόημα, χωρίς ουσία
Ο καθένας βυθισμένος μέσα στο σώμα του, μέσα στο μυαλό του
Να ψάχνει με την αγωνία ζωγραφισμένη στο μάτι
Να βρει κάτι
Αυτό που νομίζει ο καθένας πως του λείπει
Αυτό που έχει αξιολογήσει πως ....
αν δεν το βρει η ζωή του δεν προχωράει
Φοράει ψεύτικα φτερά
Φοράει μάσκα με γέλιο
Φοράει λάμψη στα μάτια
Στάζει υποσχέσεις


Όραμα ζωής …
Ψευδαισθήσεις
Φιλία, αγάπη, έρωτας,
χαμένα μέσα στην ομίχλη του μυαλού 
Πόσο εύκολα λες το σ '  αγαπώ !
Λέξεις
Κρύσταλλα σπασμένα κομμάτια
που μόνο πληγώνουν την στιγμή
που προσπαθούν να σε αγκαλιάσουν


Ψάχνεις 
Περιμένεις, σπαταλάς πολύτιμα δευτερόλεπτα
Η αγωνία σβήνει την λάμψη από τα μάτια σου
Η προσμονή σε σκοτώνει, ύπουλο ναρκωτικό


Βρίσκεις, παίζεις, βαριέσαι, το πετάς,
Όχι δεν ήταν αυτό …
Δεν ήταν στις προδιαγραφές σου
Aλλο ήθελες να βρεις
Καινούργιο όραμα
Ψευδαισθήσεις
Καινούργιες Φιλίες, αγάπες, έρωτες
Μπερδεμένο κουβάρι χωρίς άκρη να το ξετυλίξεις
Τα μάτια θολώνουν στον χρόνο και δεν βλέπεις πια
Λίγο πριν το τέλος ανακαλύπτεις την σιωπή
Βυθίζεσαι σε αυτή
Κάνεις απολογισμό
Απολογείσαι
Δεν σε ακούει ...κανείς.
Πιο δυνατά
Μα δεν έχει σημασία  όσο και να φωνάξεις
Το δωμάτιο είναι άδειο
Δεν υπάρχει …κανείς


Σώπα  επιτέλους !
Ενοχλείς





                                                                         Levina