30.7.11

nightmare







Ώρες γεμάτες κοφτές ανάσες, μάτια κλειστά που τρεμοπαίζουν
Στις στιγμές του ονείρου…
Ένας τόπος θολός, μισοσκόταδο και ας ήταν μέρα ακόμα,
Το φως του ήλιου δεν μπορούσε να περάσει από τις φυλλωσιές
των ψηλών δέντρων, μόνο κάπου κάπου κάποια θλιβερή
αχτίνα έσκιζε κάθετα την ομίχλη και έφτανε να χαθεί
στα πεσμένα φύλλα που θρόιζαν σε κάθε κίνηση.


Η υγρασία κόλλαγε επάνω στο γυμνό δέρμα της,
σε κάθε βήμα ένοιωθε όλο και πιο βαριά τα πόδια της  να βουλιάζουν
μέσα σε ένα παχύ στρώμα λάσπης που σήκωνε μια βαριά μυρωδιά μούχλας,
σάπιων φύλλων, και κάτι ακόμα χειρότερο, που πότιζε κάθε ίνα του κορμιού της,
έμπαινε βίαια από τα ρουθούνια της, έσφιγγε τα χείλη για να το κρατήσει μακριά,
αλλά εκείνη η ασύλληπτη μυρωδιά, έσφιγγε τον λαιμό της, της έκλεινε την ανάσα,
την έπνιγε.
Δεν μπορούσε  να σταματήσει, τα γόνατα της έτρεμαν από την προσπάθεια
αλλά μόλις έκοβε λίγο τα βήματα της , τα πόδια της βυθίζονταν γρήγορα
μέσα στην λάσπη και έπρεπε να προσπαθεί περισσότερο να κάνει το επόμενο βήμα.

Στην αρχή δεν της έκανε εντύπωση ,
μα κάποια στιγμή κατάλαβε πως δεν άκουγε τίποτα.
Τα πουλιά δεν κελαιδούσαν πια,
κανένας μακρινός ήχος δεν έφτανε στα αυτιά της.
 Απόλυτη σιωπή, μόνο την λαχανιασμένη ανάσα της άκουγε να βγαίνει ρυθμικά,
βαριά μέσα από το στήθος της…
Έμπαινε όλο και πιο βαθιά στο δάσος, αγκαθωτοί θάμνοι της έκλειναν τον δρόμο της,
πιάνονταν από το φόρεμα της, γρατζούνιζαν τα γυμνά μπράτσα της, γέμιζαν πληγές
τα πόδια της, προσπαθούσε μάταια να αποφύγει τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων
που άρπαζαν τούφες από τα μαλλιά της και ο πόνος της έφερνε δάκρυα στα μάτια,
αλλά προχωρούσε, δεν είχε άλλη επιλογή, κάπου εκεί μπροστά ήταν η έξοδος,
κάποια στιγμή το δάσος θα τελείωνε, ήταν απόλυτα σίγουρη γι αυτό.
Ένα μικρό θρόισμα,
ένας ήχος διαφορετικός από τους δικούς της,
μια ανάσα ξεχωριστή ,
όχι η δική της,
κάτι πλησίαζε, ζώο ή άνθρωπος?
Ανατρίχιασε, μια παγωνιά απλώθηκε μέσα της, ο φόβος άρπαξε την καρδιά της
που χτυπούσε ακανόνιστα, της έκοψε την ανάσα.
 Ότι και αν ήταν πλησίαζε ερχόταν γρήγορα,
άκουγε το θρόισμα όλο και πιο κοντά,
προσπάθησε να σκίσει με το βλέμμα τα πέπλα της ομίχλης γύρω της, να δει,
να καταλάβει,
μα όλα θολά γύρω της
και τότε έκανε το μόνο που μπορούσε να κάνει……..έτρεξε.
Σαν αγρίμι έβγαλε φτερά στα πονεμένα πόδια της, έτρεχε σταθερά
γλιστρώντας κάθε τόσο πάνω στο λασπωμένο έδαφος,
δεν ένοιωθε τα κλαριά που την μαστίγωναν, τα αγκάθια που την μάτωναν,
μόνο την παγωνιά μέσα της ένοιωθε και αυτό που την πλησίαζε
το ίδιο γοργά με όσο έτρεχε εκείνη.
Πείσμωσε, ο φόβος της την έσπρωχνε, έριχνε κλεφτές ματιές πάνω από τον ώμο της,
μα δεν υπήρχε τίποτα να δει….
Κλαριά που έσπασαν πίσω της, μια σφυριχτή ανάσα,
Ένα άγγιγμα στον ώμο της
Πάγωσε το αίμα της
Ότι και αν ήταν…….
Σκοτάδι ήταν, θάνατος…

Πετάχτηκε  στον ήλιο σαν σφαίρα μέσα από τα σκοτάδια των δέντρων
και βρέθηκε στο πιο ηλιόλουστο μέρος που είχε δει ποτέ.
Ένα στρογγυλό ξέφωτο, ένας μικρός λόφος με ένα μοναχικό δέντρο βελανιδιάς
στην κορφή του και πιο κάτω ένα ρυάκι με κελαρυστά νερά να τρέχουν.
Μπορούσε να  δει τα πουλιά που τιτίβιζαν πεταρίζοντας  γύρω της,
τα πολύχρωμα λουλούδια που γέμιζαν το μικρό λιβάδι,
άκουγε το νερό που έτρεχε, τα μάτια της την πονούσαν από το πολύ φως.
Έβαλε το χέρι αντήλιο και τότε το είδε.
Εκεί στην κορφή του λόφου , πλάι στην βελανιδιά, ένα μικρό σπίτι,
με κόκκινα κεραμίδια και καμινάδα από πέτρα.
Προχώρησε θαρρετά προς εκεί.
Έβλεπε πια την βαριά ξύλινη  πόρτα,  τα μικρά παράθυρα με τα ανοιχτά
παραθυρόφυλλα και τις λευκές  κουρτίνες που φαινόταν μέσα από τα τζάμια.
Πήρε βαθιά ανάσα και όρμησαν μέσα της τα αρώματα της γης,
λουλούδια, νερά, χλόη, η ζεστασιά του ήλιου,
γέμισαν τα μάτια της  Ουρανό.
Η πόρτα άνοιξε και μια γυναίκα βγήκε στο κατώφλι
Έβλεπε τα μάτια της, το γλυκό χαμογελαστό πρόσωπο,
Τα λευκά μαλλιά, το γαλάζιο φουστάνι και την κεντημένη
Λευκή ποδιά….
Έβαλε φτερά στα πονεμένα πόδια της, άρχισε πάλι να τρέχει
Να την συναντήσει
Η γυναίκα άνοιξε τα χέρια….
Δυο δυνατά χέρια που σφίχτηκαν γύρω της μια αγκαλιά που μοσχοβόλαγε
Μια μυρωδιά τόσο οικία, τόσο δικιά της….
Μάνα……βόγκηξε
Μάνα …..φώναξε


δεν άκουγε πια την φωνή της
η αγκαλιά ήταν άδεια
τα μάτια ήταν άδεια
και πάλι σκοτάδι.

 
 

28.7.11

ΠΑΤ


Εχθές νόμιζε πως ζούσε
Άκουγε την δική της ανάσα
Να βγαίνει αργά , ρυθμικά από το δικό της στήθος
Εχθές νόμιζε πως ονειρευόταν
Όνειρα παιδικά, γεμάτα δράκους  και ιππότες
Εχθές νόμιζε πως έβλεπε καθαρά γύρω της
Πως τα ήξερε όλα
Πως τα είχε δει όλα
Και τίποτα δεν θα την ξάφνιαζε
Μπορούσε να μαντέψει την επόμενη κίνηση
Ήταν καλή σε αυτό το παιχνίδι
Πολεμικό παιχνίδι ήταν
Έφτανε σχετικά εύκολα στο  ΣΑΧ
Όμως μπήκε σε άλλο παιχνίδι
Χωρίς σκακιέρα ενδιάμεσα
Μόνο δυο πιόνια
Εκείνη και αυτός
Χάθηκε
Παλεύει να προλάβει την παρτίδα
Παρατηρεί τα μάτια του
Βλέπει τα χέρια που τρέμουν από προσμονή
Ακούει την σιγανή φωνή
Μια σταγόνα ιδρώτα που εμφανίζεται στους κροτάφους
Ένα δάκρυ
Ανατριχιάζει
Επιδερμίδα που μοιάζει ανταριασμένη θάλασσα
Τα μάτια θολώνουν
Η φωνή γίνεται λυγμός
Μα δεν είναι παιχνίδι
Δεν υπάρχει ένας νικητής
Δυο θα είναι
Εκείνη και αυτός
Ένα χαμόγελο
Μια αγκαλιά
Ένα φιλί
Δυο χέρια σφιχτά δεμένα
Δεν χρειάζονται λόγια

Η ανάσα

Η σιωπή  τους .........μιλάει

Και ένας ήλιος να τρυπώνει ανάμεσα τους

Να τους πλημμυρίζει φως

Να τους δίνει ζωή









(πατ.....ισοπαλία στην σκακιέρα
σαχ.....η παρτίδα λήγει με ματ)


22.7.11

Β Ι Α




Ξημερώνει
Βλέπει την ροδαυγή πίσω από τα κλειστά τζάμια
Ανάμεσα στις τραβηγμένες κουρτίνες.
Καθισμένη ακόμα στην βάση της σκάλας
Ακουμπισμένη στην κουπαστή
Πόσες ώρες? Δεν θυμάται,
Μόνο τον πόνο νοιώθει
Όχι .....όχι πόνο πια, μούδιασμα
Ένα μούδιασμα που απλώνεται από τα πόδια της
Μέχρι τις άκρες των μαλλιών της
Ένα μπερδεμένο κουβάρι τα μαλλιά της
Στην αγκαλιά της κρατά μερικές ξεριζωμένες τούφες
-πρέπει να σηκωθώ .....σκέφτεται μα μένει σκέψη.
Πότε άλλαξε τόσο πολύ?
Πότε χάθηκαν μεταξύ τους και εκείνη δεν κατάλαβε
αυτή την αλλαγή?
Μια απλή κουβέντα έφτανε να τον εξοργίσει τόσο?
Τον περίμενε τόσες ώρες, το φαγητό ζεστό, το τραπέζι στρωμένο
Το νερό για το μπάνιο του ζεστό
Και τον περίμενε, όπως κάθε βράδυ
Μα αυτό το βράδυ δεν ήρθε, δεν τηλεφώνησε πως θα αργήσει,
Περασμένα μεσάνυχτα άκουσε το κλειδί στην πόρτα και
Πετάχτηκε αγουροξυπνημένη από τον καναπέ να τον προϋπαντήσει
Να δει αν εκείνος ήταν καλά , να τον φιλήσει....
-γιατί αγάπη μου άργησες?
Το βλέμμα του άγριο, αστραπή
-ένα τηλέφωνο δεν μπορούσες να με πάρεις?
Μαχαίρι αυτή η ματιά του
-ανησύχησα
σιωπή, η ηρεμία πριν την καταιγίδα, τότε που μυρίζεις την βροχή
στα πεσμένα φύλλα μα ακόμα δεν την έχεις νοιώσει.
Και αρχίζουν οι βροντές, η φωνή του άγρια, βραχνή,
Πολυβόλο που ξερνά σφαίρες, κατηγόριες,
Αυτή που δεν τον καταλαβαίνει  πόσο κουράζεται γι αυτήν
Αυτή που δεν νοιώθει τις αγωνίες του
Αυτή που κατάντησε γυναικούλα άβουλη και άχρωμη
Αυτή που εγκατέλειψε τον εαυτό της και την βαρέθηκε
Για την μοιρολατρία της, την μουρμούρα της, τον έλεγχό της, τις ζήλιες της, τις εκρήξεις της, την μονότονη φωνή της, το απεριποίητο πρόσωπο της, το θλιμμένο βλέμμα της.
Την σπρώχνει άγρια σε κάθε κατηγορία,
Εκείνη πισωπατεί σπρωγμένη από την ορμή του
Άγνωστος, ξένος...

Στέκεται αμίλητη, χαμένη ανάμεσα στις σφαίρες που σφυρίζουν γύρω της,
θέλει να τον παρακαλέσει, να της εξηγήσει
Μα εκείνος δεν σταματά και
-γιατί, γιατί? Τον ρωτά
βλέπει την γροθιά του,
σκύβει μα είναι αργά, ο ώμος της καίγεται
βλέπει το υψωμένο χέρι του μα δεν μπορεί να το αποφύγει
καρφιά μπήγει στο  πρόσωπο της
και μετά παύει να νοιώθει
σέρνεται στα πόδια του
χωρίς δάκρυα
χωρίς φωνή
τα δέχεται όλα
μένει μόνη της
αρπάζεται από το κάγκελο πλάι στην σκάλα
ακουμπά εκεί την πονεμένη πλάτη
κοιτά τα χέρια της
αίμα, μα που βρέθηκε τόσο αίμα?
Το νοιώθει στυφό στο στόμα της, το φτύνει
Γιατί δεν μπορεί να κλάψει?
Να ουρλιάξει?
Δεν θέλει να το κάνει,
Η γειτονιά!
Ξημέρωσε
Σηκώνει με κόπο το κορμί της
Ανεβαίνει επάνω ακροπατώντας
Εκείνος ροχαλίζει στο κρεβάτι τους
Αλλάζει τα λερωμένα ρούχα της
Μια αλλαξιά ρούχα ακόμα
Ένας σάκος , λίγα χρήματα, ούτε μια φωτογραφία
Και χωρίς ένα βλέμμα πίσω βγαίνει
Σέρνει το βήμα της, ζαλισμένη, κουρασμένη, ετοιμόρροπη
Σηκώνει ψηλά το κεφάλι,
Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χαϊδεύουν τα μελανιασμένα μάγουλα
Τα πρησμένα χείλη
Τα θολά μάτια
Χαϊδεύουν την γυναίκα
Της φωνάζουν ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ
Παίρνει βαθιά ανάσα
Βαδίζει εμπρός
Βήμα το βήμα
Σταθερά
Θαρρετά
Τα βήματά της αντηχούν στο πλακόστρωτο
ΖΩΗ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ


lonely woman




17.7.11

Ικεσία

Tο όνειρο στην γη πετά


Πανσέληνος            Βραδιά ζεστή

Αρώματα απλώνει

Αγιόκλημα και γιασεμί     Στριφταγκαλιάζονται

Απλώνουν κλαριά και φύλλα μυρωμένα

Ξέπλεκα μαλλιά αρπάζουν

Σκοτεινό φουστάνι

Σε μπράτσα λευκά τυλίγονται

Γύρω απ τον λαιμό αστραφτερό γιορντάνι

Πόδια γυμνά      Mαχαίρια οι βράχοι

Μάτια αστραπές που δάκρυα 

φοβούνται να τ΄ αγγίξουν

Σε βουνό ερημικό σε τόπο άγριο

Γονατίζει σέρνεται     Βαριανασαίνει

Άστρα και Αγρίμια οι οδηγοί της

Με φωνή βραχνή μονότονο σκοπό

Τραγούδι θλιμμένο λέει

Νότες απαλές   μουρμουριστές

Γυναίκα αυτή     Βαθιά ψυχή  ατέλευτη

Ικετεύει

Καρδιά που πάλλεται

Κόκκινο το όριο

Πανσέληνος

Λάμψη και αστραπή     

 Παράκληση

Φωτιά απ ασήμι αγκαλιάζει το κορμί

Τ΄ αρπάζει  το υψώνει

Ελεύθερο πετά

Γέλιο στα μάτια τα σκοτεινά

Γέλιο στα χείλη τα στεγνά

Γέλιο  στο αίμα στην  καρδιά

Τραγούδι γάργαρο νερό

Γίνεται η φωνή

Ξημέρωσε και ακόμα αντηχεί

Ονειρο αρχίζει

Τέλος δεν έχει

Μέσα στην μέρα

Στην κάθε μέρα




levina

13.7.11

χωρίς ανάσα

για τα όνειρα ………που δεν μένουν όνειρα





προσπαθεί να πάρει ανάσα

ο αέρας που την τυλίγει

είναι βαρύς    υγρός    ακίνητος

γιατί ήρθε μέχρι εδώ ?

τα πόδια της γυμνά

είναι χωμένα στην χρυσή άμμο

κάνει ένα βήμα

προσπαθεί να πάρει ανάσα

πυρωμένος δίσκος ο ήλιος

ψηλά στον ασυννέφιαστο ουρανό

αφήνει το φουστάνι της να πέσει

στην καυτή την άμμο

ολόγυμνη  δίνεται στον αέρα

η κάψα του μεσημεριού

φλογίζει το ολόλευκο κορμί

ένα βήμα ακόμα

το δροσερό νερό αγγίζει

τις άκρες των ποδιών της

λίγο και τυλίγει τις γάμπες της

ανεβαίνει στους απαλούς μηρούς

δροσίζει το κορμί που καίει

το αγκαλιάζει το τραβά

έκλεισε τα μάτια

αφέθηκε

χωρίς ανάσα

όνειρο ζει

πλάσμα της θάλασσας

αγγίζει κορμί

ανάσα μέσα από ανάσα

εκείνη για σένα

levina




11.7.11

Φα και Ρε και Μι και Ντο μες το μπλε το ξάγναντο


Αφιερωμένο σε σένα που μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι



Ο Βοριάς  λυσσομανούσε αυτή την βραδιά , περνούσε ξυστά πάνω από τα κύματα  που θέριευαν ώρα με την ώρα, άρπαζε με βία τις κορφές τους που έγερναν νικημένες, τις κυλούσε πάνω στα σκουροπράσινα νερά  που κόχλαζαν και άφριζαν απο λύσα καθώς τα κοπανούσε ο αγριεμένος άνεμος  σα να θελε να τους δώσει τιμωρία που δεν υπάκουαν στις προσταγές του,  
ποιος τρελός θα έβγαινε απόψε έξω από το λιμάνι ?


Μέσα στα καφενεία του λιμανιού είχαν μαζευτεί οι άντρες,
ήξεραν πως και αυτή την βραδιά δεν θα έβγαιναν με τις βάρκες
και κατέβαζαν μονορούφι τα τσίπουρα να ζεσταθούν
από τον παλιόκαιρο που δεν έλεγε να κοπάσει δυο μέρες τώρα.
Μετρούσαν τα μποφώρια και άλλος τα ΄βγαζε εφτά , άλλος στα εννιά
και σταυροκοπιόντουσαν μην υπήρχε κανένα  καράβι μέσα στα νερά
και το είχε παραλάβει η αγριεμένη θάλασσα στα νύχια της.

Σύννεφα που έτρεχαν τρελαμένα στον ουράνιο θόλο,
περνούσαν μπροστά από τον δίσκο της Σελήνης και άλλοτε τον έκρυβαν,
άλλοτε τον άφηναν να ρίχνει ασημένιες σπίθες πάνω στα σκοτεινά νερά.

Ένα γυναικείο κεφάλι πρόβαλε ανάμεσα στα κύματα , στα ανοιχτά του λιμανιού, γίνηκε ένα με τους αφρούς των κυμάτων, έλαμψε χρυσάφι λιωμένο κάτω από το σεληνόφωτο και χάθηκε, για να φανεί ξανά λίγο μετά,
 κοντά στον φάρο που ήταν στην άκρη της προβλήτας
εκεί που έσκαγαν τα κύματα πάνω στα βράχια και η ορμή
του νερού ήταν τόση που μπορούσε να τσακίσει άνθρωπο
σαν ώριμο ροδάκινο επάνω στις κοφτερές τις άκρες.


Σαν να μην ένοιωθε τα χτυπήματα από τα άγρια κύματα στο κορμί της
άπλωσε τα χέρια της και βγήκε από την θάλασσα,
τραβήχτηκε μακριά από τα βράχια και κούρνιασε σε μια απόμερη άκρη .

Ό άντρας που βγήκε από τον καφενέ στάθηκε για λίγο ακίνητος,
πήρε μια βαθιά ανάσα να ξεζαλίσει το κεφάλι του ο καθαρός αέρας
από τον καπνό και το ποτό. Κοίταξε ανήσυχος προς την προβλήτα,
οι βάρκες λαμποκοπούσαν βρεγμένες απο τους αφρούς,
χτυπημένες από τα κύματα έμοιαζαν με καρυδότσουφλα
που τα ΄χε βουτήξει ένα χέρι  σαν τανάλια και τα κοπανούσε
πότε από την μια και πότε από την άλλη.
Κρύωνε αλλά ήθελε να δει αν η  Γοργοφτέρουγη το σκαρί του,
ήταν καλά, τουλάχιστον να έβλεπε αν κρατούσε γερά η μπίντα ή μην το φουρτούνιασμα είχε χαλαρώσει τα σκοινιά και κίνησε με βήμα αργό
ενάντια στον άνεμο να πάει κοντά να δει.
Μπορεί η αγριεμένη θάλασσα να μποτζάριζε άγρια τα πλεούμενα
μα όλα καλά δεμένα άντεχαν στον καιρό, το ίδιο και η Γοργοφτέρουγη,
πέταγε πάνω στα κύματα, έγερνε πότε από την μια και πότε από την άλλη,
μα το ξύλινο σκαρί της ανάλαφρα ξέφευγε από την αγκαλιά τους
και γλιστρούσε στο επόμενο κύμα σαν να έπαιζε μαζί τους.

Γύρισε να φύγει, μα εκεί πίσω απ τον τοίχο του φάρου
μια λάμψη έπιασε με την άκρη του ματιού.
Εκείνη την ώρα καθάρισε η Σελήνη, τραβήχτηκαν τα σύννεφα
και απόμεινε άλαλος να κοιτά την γυναίκα που κάθονταν
μισοξαπλωμένη και τον κοιτούσε και εκείνη με δυο μάτια αστραφτερά
σαν δίδυμοι φάροι μέσα στην νύχτα, επάνω σε πρόσωπο τόσο άσπρο
και γυαλιστερό σαν ένα κομμάτι πάγου.
Μπορούσε ακόμα και το χρώμα τους να δει μέσα στο μισοσκόταδο,
το χρώμα που παίρνουν τα νερά στις  σπηλιές του νησιού
το καλοκαιράκι που τις λούζει ο ήλιος, διάφανα , πρασινογάλαζα
και αυτά τα μαλλιά που έπεφταν στο κορμί της,
σκέτο χρυσάφι λιωμένο επάνω στο  κατάλευκο δέρμα
που έσταζε δροσιά της θάλασσας.
Τότε συνειδητοποίησε πως εκείνη δεν φορούσε ρούχα,
μέσα σε αυτή την παγωνιά , ήταν εκεί ακίνητη, αμίλητη,
χωρίς να προσπαθεί να προφυλαχθεί
και εκείνος ένοιωθε τα πόδια του βαριά,
ούτε βήμα δεν μπορούσε να κάνει.
-         ποια είσαι?  Ρώτησε μα φωνή δεν βγήκε από τα χείλη του
-         της θάλασσας η κόρη ! άκουσε μια φωνή μέσα στο μυαλό του, μα τα αυτιά του δεν έπιασαν κανένα ήχο!
Άκουγε όμως, τον ήχο των κυμάτων, τον αέρα που σφύριζε ολόγυρα,
τον παφλασμό από τα σκαριά που χόρευαν στον ρυθμό της θάλασσας,
αλλά δεν άκουγε την φωνή της γυναίκας.
-         Πως βρέθηκες εδώ?
-   με τον  δρόμο των κυμάτων………
Σαν κάπως να συνήλθε και έκανε να βγάλει το βαρύ παλτό να την σκεπάσει,
δεν καταλάβαινε τίποτα μα το μυαλό του αρνούταν να δουλέψει, να σκεφτεί .

Την πλησίασε με βαριά βήματα και άπλωσε το ρούχο επάνω της σκεπάζοντας το κατάλευκο κορμί της χωρίς να έχει πάρει τα μάτια του από το πρόσωπο της.
Η ματιά της τον μαγνήτιζε, σα να έβλεπε όλο του το παρελθόν μέσα σε αυτή
και όλο του το μέλλον και κάτι πετάρισε μέσα στην καρδιά του.
Μια ηρεμία απλώθηκε στο κορμί του, μια ζεστασιά, ένα σύννεφο τον τύλιξε και ήταν σα να μη τον άγγιζε ο δυνατός αέρας, σα να τον προστάτευε το χέρι
του θεού, μα δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί , ούτε να μιλήσει.

Ένα λευκό χέρι απλώθηκε, με τ΄ ακροδάχτυλα τον άγγιξε
και ένοιωσε στο μάγουλό την δροσιά του,
ένα γυναικείο πρόσωπο ήρθε αντίκρυ στο δικό του,
δυο χείλη που έσταζαν αίμα αγγίξαν τα δικά του χείλη
και ένοιωσε να καταπίνει την αλμύρα της θάλασσας .
Ο πόθος πλημμύρισε το κορμί του βαθύς μέχρι τον θάνατο
και  άπλωσε τα χέρια να κρατήσει το όνειρο,
να σφίξει το κορμί επάνω στο δικό του,
μα την ίδια στιγμή μόνο το ρούχο απόμεινε στην αγκαλιά του,
ένα βουητό και ένα γέλιο γάργαρο ακούστηκε πάνω από τα κύματα
και στο σπίθισμα του φεγγαριού  πρόλαβε να δει
μια αστραφτερή ουρά να χάνεται στα σκοτεινά τα βάθη.

Απόμεινε ολομόναχος να τον χτυπά ο αφρός των κυμάτων που έσκαγαν
στα πόδια του και καθώς η νύχτα έφτανε στο τέλος της
και χάραξε ο Θεός την μέρα κόπασε ο άνεμος
και το κύμα πήρε και αυτό να ημερεύει.

Μπήκε στην Γοργοφτέρουγη, έλυσε  τα σχοινιά
και σκυθρωπός κάθισε στην πρύμνη και άρπαξε την λαγουδέρα
ορίζοντας πορεία στα ανοιχτά του λιμανιού.

Στα χείλη του τον έκαιγε το θαλασσινό φιλί
και τα μάτια του σάρωναν στο βάθος το πέλαγος
μήπως βρουν την αστραπή από το χρυσάφι των μαλλιών της,
μα μόνο τα παιχνιδίσματα του ήλιου έβλεπε
πάνω στα ρυτιδιασμένα νερά.


Τέλος…………..όνειρο ήταν και πάει.

-Τέλος?
-Μα ο ψαράς τι απόγινε? Δεν βρήκε τελικά το όνειρο εκείνης της βραδιάς?
-Ποιος το ξέρει  άραγε? Μόνο ο ίδιος μπορεί να απαντήσει !
το βρήκε?

7.7.11

To λευκό πουκάμισο

Έφτασε η ώρα να παρουσιαστεί
το κορίτσι με το λευκό πουκάμισο.
Βράδυ σε ένα μπαρ,
 τα χρώματα χάνονται μέσα στο μισοσκόταδο
ένα φως μόνο υπάρχει να φωτίζει την σιλουέτα
της κοπέλας που χορεύει.
Παιχνίδια ανάμεσα σε άσπρο και μαύρο
με ελάχιστες πινελιές χρώμα που αχνοφαίνεται.





Μέχρι τώρα την είχα στο εργαστήρι μου
και την παίδευα μέχρι να πάρει
την τελική μορφή της.


Σας την παραδίνω εμπρός σας
να χορεύει μόνο για εσάς!






 



 




λάδια σε καμβά (680Χ930)