17.4.15

Της Ζωής μου το Πρώτο το Ταξίδι




Εκείνο το Χειμωνιάτικο μεσημέρι του 1976 αποφάσισα πωςήρθε η ώρα 
να ταξιδέψω. Έτσι απλά !
Δεν είχα βρει τον προορισμό, ούτε με ένοιαζε που δεν είχα μια βαλίτσα 
της προκοπής, το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω. Και τα κατάφερα.

Αλλά … ας τα πάρω από την αρχή.

Γύρισα σέρνοντας τα πόδια μου από το σχολείο και πίσω από 
την πόρτα με περίμενε θυμωμένη η μητέρα μου. Είχα μάθει με 
τα χρόνια να αναγνωρίζω το χαμηλό βαρομετρικό κι έτσι δεν 
προσπάθησα να αποφύγω τον έλεγχο που έγινε στην σχολική μου
τσάντα, ούτε μίλησα όταν βρήκε το διαφανές μανό ανάμεσα στα
τετράδιά μου.
Σχεδόν ούτε κατάλαβα ότι με είχε αρπάξει από τα τσουλούφια για
το έγκλημα που έκανα να κουβαλάω ένα μανό ανάμεσα στα ιερά
βιβλία του σχολείου μου και τα κακογραμμένα τετράδιά μου, όμως
βαριόμουν αφάνταστα και το ξύλο και την κατσάδα οπότε άρχισα
να ουρλιάζω.
Ούρλιαζα για πέντε ολόκληρα λεπτά σαν σειρήνα ασθενοφόρου
τραντάζοντας τις πορσελάνες στην βιτρίνα του μπουφέ κι ανοίγοντας
ρωγμές στα δρύινα πατώματα και λίγο προτού καλέσουν οι γείτονες
την αστυνομία για ηχορύπανση εκείνη τρομαγμένη από τις ακατάληπτες
κραυγές μου με έστειλε στο δωμάτιό μου.
Την απείλησα πως αν με ακολουθήσει θα πήδαγα από το παράθυρο και 
όπως και να το κάνεις μετά την τρελή συμπεριφορά μου εκείνη είχε ψαρώσει
αρκετά για να το πιστέψει, άσε που μέναμε και στον τελευταίο όροφο της 
πολυκατοικίας!
Εκείνο που δεν ήξερε είναι πως είχα σκοπό να πραγματοποιήσω την 
απειλή μου είτε με ακολουθούσε είτε όχι.
Μπήκα μέσα, πέταξα την τσάντα μου στο κρεβάτι και κλείδωσα πίσω μου 
την πόρτα με το εφεδρικό κλειδί που έκρυβα μέσα στον τρίτο τόμο του 
Ελευθερουδάκη, μια και το κανονικό το είχε εξαφανίσει για να μπορεί να 
κάνει έφοδο να βλέπει αν κοιμάμαι, αν διαβάζω, αν χαζεύω….
Επιτέλους ήμουν μόνη και ελεύθερη σε ένα δωμάτιο είκοσι μέτρα επάνω 
από την γη.
Κατέβασα εντελώς τα βαριά ξύλινα στόρια και στο λιγοστό φως που έμπαινε
από τις χαραμάδες με τα πολύχρωμα μολύβια μου ζωγράφισα στον απέναντι
τοίχο ένα παράθυρο με κατακόκκινο πλαίσιο και γαλάζια τζάμια. 

Νύχτωσε μέχρι να τελειώσω το έργο μου και όταν κάποτε γέμισα με κόκκινη 
μπογιά και την τελευταία γωνία του περβαζιού, άνοιξα τα γαλάζια τζάμια και
μύρισα την χειμωνιάτικη νύχτα. Έμεινα να χαζεύω το φεγγάρι που κυλούσε 
στον σκοτεινό ουρανό και τα σύννεφα που μαζεύτηκαν επάνω από την πόλη 
κι όταν ξέσπασε η μπόρα άπλωσα τα χέρια μου και ξεκίνησα το ταξίδι μου 
ανάμεσα στις σταγόνες της βροχής.
Δεν χρειαζόμουν τελικά αποσκευές, ούτε χρήματα μαζί μου, μόνο το ζεστό 
κασκόλ μου και το χοντρό μάλλινο σκουφί μου φορούσα.
Μου άρεσε η αίσθηση του νερού επάνω στο δέρμα μου και έγλυφα τις 
σταγόνες για να ξεδιψάσω αφού από την χαρά μου είχε στεγνώσει το στόμα μου.
Έφτασα στην θάλασσα και χάζευα τα φωταγωγημένα καράβια  την ώρα που
η υγρασία σχημάτιζε δροσοσταλίδες επάνω στα ρούχα μου και γυάλιζα σαν
βεγγαλικό επάνω από τα κύματα. Κάθισα για λίγο να ξεκουραστώ ψηλά σε κάποιο 
κατάρτι κι ένας γλάρος ήρθε φτεροκοπώντας, ζυγιάστηκε για λίγο πάνω από το 
κεφάλι μου και τελικά θρονιάστηκε ζερβά μου. 
Σε λίγο κοιμόταν και κάθε τόσο άφηνε ένα βαθύ ροχαλητό και χτυπούσε  σαν 
καστανιέτες το ράμφος του λες και κρατούσε  μια χούφτα σαρδέλες  και ετοιμαζόταν 
για τσιμπούσι …
Δεν μου αρέσουν οι σαρδέλες κι ούτε κι ο γλάρος μου άρεσε… ήταν ανάγωγος
και έκανε περίεργους θορύβους κι έτσι τον παράτησα και έφυγα για τα βουνά 
που έβλεπα από το μπαλκόνι του σπιτιού μου. 
Το χιόνι στις κορφές των δέντρων έμοιαζε με ζάχαρη. Οι θάμνοι έμοιαζαν με
μικρά κέικ γεμάτα γκλάσο βανίλιας πασπαλισμένοι με κόκκινους καρπούς και
μπορούσα να βλέπω πως έπαιζαν κρυφτό οι  λαγοί και τα ζαρκάδια την ώρα
που μια θυμωμένη Κουκουβάγια μάλωνε με έναν Γκιώνη γιατί αυτός δεν έλεγε
να σταματήσει να φωνάζει και να διώχνει το φαγητό της.
Αλλά ήμουν ακόμα παιδί και κουράστηκα γρήγορα !
όμως δεν ήθελα ακόμα να γυρίσω στο δωμάτιό μου κι έτσι περίμενα να δω
το ξημέρωμα να διώχνει τα σύννεφα και την βροχή την ώρα που ήμουν
καθισμένη στην πιο ψηλή κορφή ενός έλατου ανάμεσα στις ζουμερές 
κουκουνάρες που έσταζαν ρετσίνι και αναρωτιόμουν πια αν έπρεπε να 
επιστρέψω για να περάσω μια  ακόμα βαρετή μέρα στο σχολείο ή να συνεχίσω
το ταξίδι μου ;
Πείναγα και λιγάκι…
Όμως είχα μάθει πια τον δρόμο, μπορούσα να τα κάνω όλα … και να φεύγω
και να μένω και να ταξιδεύω και να στεριώνω τα πόδια στην γη… είχα νικήσει
τα όνειρα.
Ούτε που με ένοιαζε πια αν θα ανακάλυπτε η μητέρα μου τις ζωγραφιές μου 
στους τοίχους.
Την προηγούμενη φορά που είχα ζωγραφίσει με κηρομπογιές αγγελούδια 
επάνω από το κρεβάτι μου είχε πάθει υστερία. Ένα γερό χέρι ξύλο και άπειρα
τριψίματα με απορρυπαντικά , χλωρίνες, σφουγγάρια και ξύστρες δεν είχαν
καταφέρει να απομακρύνουν τα αγγελούδια μου. 
Ίσα ίσα που αυτά αμετακίνητα έμοιαζαν να περιγελούν την επιμονή της να 
τα εξαφανίσει!
Μέχρι που αποφάσισε να φέρει μπογιατζή να βάψει τους τοίχους.  Τότε 
θύμωσα τόσο  πολύ που αποφάσισα να τα ελευθερώσω με την γομολάστιχα προτού 
τα φυλακίσει εκείνος με την μπατανόβουρτσα για πάντα μέσα στους σοβάδες. Το κακό
είναι πως η μητέρα μου έπαθε μια ακόμα κρίση υστερίας όταν είδε πεντακάθαρο τον 
τοίχο και η κοτσίδα μου γνώρισε μια ακόμα έξτρα περιποίηση και το χειρότερο ήταν 
πως για τιμωρία έμεινα για ένα μήνα δίχως μπογιές με μοναδικό εφόδιο ένα γέρικο 
μολύβι που έτριζε σε κάθε του κίνηση και το λυπόμουν να το βάλω σε ταλαιπωρία 
να ζωγραφίζει...
Μα δεν με ένοιαζε πια … μπορούσα να ταξιδεύω όπου ήθελα, φτάνει 
να ανοίγω τα κόκκινα παραθυρόφυλλα πάνω απ’ το κρεβάτι μου κι αν 
κάποιος μπορούσε να τα σβήσει εγώ είχα βρει τον τρόπο να ζωγραφίσω 
κι άλλα… κι άλλα… κι άλλα… και κάποια στιγμή θα ζωγράφιζα και 
μια πόρτα … μια πόρτα δίχως κλειδαριά για να μπαινοβγαίνω πιο 
άνετα στα ταξίδια που θα ακολουθούσαν και που συνεχίζονται ακόμα
και σήμερα.

Ανάμεσα στα δέκα μου δάχτυλα κράτησα την μαγεία και καλά φυλαγμένες στο
μυαλό μου είναι οι αναμνήσεις από τα ταξίδια μου σε κάθε γωνιά ετούτης και
μιας άλλης γης… κι αν έχω ξεχάσει μερικά, υπάρχουν κάτι κιτρινισμένες 
φωτογραφίες να τα θυμίζουν …




                                                                     Levina



Δεν υπάρχουν σχόλια: