30.7.13

Ραντεβού σε μια άλλη εποχή ...


mary conder
vintage summer 2



Ώρα να αποχαιρετισθούμε …
Ο κύκλος μας έλιωσε σαν χωνάκι παγωτό από την ζέστη 
κι όλα πια υποτονικά λειτουργούν… οι σκέψεις , οι λέξεις, 
οι ώρες που κυλάνε κι αυτές σα να βγαίνουν από ένα καμίνι 
ρέουν με αυθάδεια ανάμεσα στην μέρα και την νύχτα.
Μια παραλία ερημική σαν όνειρο και δυο πάνινες καρέκλες 
ποτισμένες στην αλμύρα … μια θάλασσα απέραντο μπλε 
κι ένας ουρανός που πάνω του να ζωγραφίζει η φαντασία μου 
σύννεφα και ήλιους και μισοφέγγαρα και τις νύχτες μια φωτιά   
αναμμένη από θαλασσόξυλα να πετά γαλάζιες φλόγες … 
μια αγκαλιά και μια φωνή να ψιθυρίζει λόγια δροσερά 
στην κάψα του Καλοκαιριού.






Έτσι μαζεύω τα μπαγκάζια μου και φεύγω για μια δική μου παραλία … 
θα περνάω κάθε τόσο να σας βλέπω, να σας λέω τα δικά μου λόγια
 και κάποια στιγμή θα τα ξαναπούμε … εκεί προς το Φθινόπωρο 
όταν όλα γύρω μας θα αρχίσουν να μυρίζουν πρωτοβρόχια.

Ραντεβού κάπου , κάπως , κάποτε …




με αγάπη  Levina









25.7.13

το άδειο σπίτι μας





πίνακας_Josef  Kote





Νομίζεις πως γελάμε και χαίρεσαι με όσα μας έτυχαν
Καλότυχους μας λες και αφήνεις το χέρι σου το μιαρό ηδονικά
ν΄ αγκαλιάσει λίγα μεταλλικά που κρύβεις στην τσέπη σου
Όχι δεν στάζει η βρύση γιατί χάλασε, ούτε και το ραδιόφωνο
είναι κλειστό γιατί τις μελωδίες του κόσμου βαρεθήκαμε ν΄ ακούμε
και τα ντουλάπια μας δεν τα αδειάσαμε
από τα ερπετά της ψυχής μας να τα καθαρίσουμε,
ούτε κι από γινάτι αφήσαμε τα ξερόχορτα
γιορτή να κάνουν στην αυλή μαζί με τα πεσμένα φύλλα της μουριάς
Στο κατώφλι μας το λερωμένο πόδι σου να μη ξαναπατήσεις
την σκόνη μας λάσπη μη την κάνει ο δικό σου ιδρώτας
στάζει χολή και μπόχα βγάζει από πολυκαιρισμένη ναφθαλίνη
Λεύτεροι είμαστε να γελάμε όσο θέλουμε
και δάκρυα τα μάτια μας να στάζουν απ΄ την χαρά μας
που τίποτα πια δεν έχουμε πέρα από ένα κομμάτι γαλάζιο ουρανό
και την απελπισιά μας για ένα αύριο που ποτέ δεν ήρθε_

                                    Levina 





16.7.13

Άνθρωπος Ον Παράλογο





   Josef  Kote







Στην σκέψη του δικού σου τέλους παραμένω
τώρα που τα βήματά μου σβήνουν πίσω από τους ήχους
των κτύπων των χεριών σου , πίσω από την θλίψη
που γενούν τα δάκρυα στα νεκρά μάτια των αγαλμάτων
που παραστέκουν την πλευρά σου
καθώς των χρόνων η σκόνη λερώνει τις παρθενικές μορφές,
τυλίγει με σπαραγμό το πεπρωμένο
ενός προαναγγελθέντος θανάτου .
Νομίζεις πως σε γάμο σε καλέσαν
με χαρά ακολουθείς τον δρόμο ‘
μα κοίτα που τα δεσμά ακίνητων ημερών
δένουν τους αστραγάλους
και η λαχτάρα της καρδιάς απέμεινε,
μια κι η πορεία της φυγής  που
βαθιά είχες χαράξει στην σκέψη,
έγινε πορεία κουρελήδων καθώς
οι παρθένες που οι θεοί
για συμπαράστασή σου στείλανε, τώρα πια
την ψυχή σου ζητούν να χάσεις.
Θέαμα τρομερό είναι να δεις μιας χώρας τον χαμό
γι αυτό κάλλιο τους οφθαλμούς σου θυσία να προσφέρεις
στις πηγές των αρχαίων ποταμών εκεί που ο Όμηρος
διηγήθηκε τα πάθη των θνητών και πως οι Θεοί
κατά την θέλησή των τον πόλεμο και την ειρήνη έπαιζαν 
απολαμβάνοντας στα σύγνεφα την τσίκνα των σφαγίων,
θυσίες στο παράλογο των θνητών που για το
Εγώ τους ικετεύαν.
Έτσι τους εμπαίζανε οι θεοί ρίχνοντας όνειρα εφιάλτες …
ω πόση αγωνία !
Μα να τι σου λέω πως την αγωνία σου νοιώθω
και το χαμόγελο περνά βιαστικό και χάνεται
προτού να το χαρεί ο άνθρωπος,
αυτό το αρχαίο κτήνος που κανείς πια
να το σώσει δεν μπορεί καθώς
απέναντι στην ομορφιά της ζήσης αυθαδιάζει
αυτό το λίγο που του μένει με γκρίζο το χρωματίζει
και παραφροσύνη το είναι του γεμίζει …
Αλήθεια πόση ανοησία στον χρόνο μοιράζει το μυαλό
αντί ν΄ απολαμβάνει την ανάσα που του χαρίστηκε .
Στοχάσου τον λόγο μου καθώς σπαράζοντας
το πλήρωμα του χρόνου σου δείχνω ,
ζωντανό σε μοιρολογώ και μ επικρισία
την ζωή σου ν΄ αλλάξεις σου ζητώ.
Ανοίκειο είναι να ζητάς στ΄ άδικο που έκανες
να  σ΄ ευλογήσουν οι Θεοί κι απ΄ έναν Όμηρο
αθάνατους στίχους για σένανε να γράψει.
Ποιος τα πάθη σου να συγχωρέσει σαν
τον εαυτό σου δεν μπορείς
να πείσεις για των λόγων σου το δίκιο;
Ετούτο λοιπόν σου λέγω …  πως το τέλος
που σαν άρμα ζεμένο σ΄ ανέμους καταπάνω σου τρέχει,
του χαμού σου το μαντάτο φέρνει κι αν της μοίρα σου
ν΄ αλλάξεις θες  τον δρόμο τον φαρμακερό,  
άνοιξε της ψυχής σου το πουγκί που χεις σφιχτά δεμένο
με ματοβαμμένο κορδόνι και μοίρασε απλόχερα
του Προμηθέα την φωτιά, ζωή αντί για την ζωή σου....
Τετέλεσται προτού να πεις τ΄ άδικο μιας κενής ζωής 
ν΄ αναγνωρίσεις  και μοίρασε αυτό που σου απέμεινε ….
τα δυο σου χέρια απλωμένα στους ορίζοντες ….
Για δες πόσο μοιάζει η αγκαλιά με της ικεσίας το παράπονο. 



Levina














9.7.13

Χαζό μου Ημερολόγιο










Περνάει το Καλοκαίρι, πολύ γρηγορότερα από όσο θα το ήθελα και σκέφτομαι
πως ότι θέλω να γράψω μέσα στην απογοήτευση είναι… σκέψεις λέξεις…
Είμαι Ελληνίδα γαμώτο σκέφτομαι και πως αυτό το πολυμήχανο μυαλό δεν
βρίσκει κάτι χαρούμενο κι ας γελάει η ματιά μου σαν ακουμπάει τρυφερά τα
λουλούδια στον κήπο ή όταν τα χέρια μου σφιχταγκαλιάζουνε  τα σκυλιά ,
τα γατιά που έρχονται με πονηριά να κλέψουν και μια μπουκιά φαΐ σετάκι
με το χάδι…
Ένα κεντρί στην καρδιά είναι που δυσάρεστες κατάντησαν κι οι συζητήσεις,
τα ευχάριστα τι έγιναν; Κανένας δεν μοιράζεται πια κάτι ευχάριστο; Κάτι που
να μας κάνει να γονατίσουμε από τα γέλια κι όχι από τα βάρη που φορτωθήκαμε
 στους ώμους μας;


Γέλα πια ανόητη και θα περάσει γρήγορα το Καλοκαίρι σου αυτό, πάλι
με τις βροχές και τα κρύα θα μας ζαλίζεις το κεφάλι….
Στον εαυτό μου το λέω κι αυτός κάνει πως τα πιστεύει όσα του λέω
και χαζογελά.
Πάλι καλά
Μου έχει εμπιστοσύνη ακόμα ! 



                                                                                             Levina




                                                                                       










3.7.13

H Περιπλaνώμεvη







Κανείς δεν γνώριζε ποια χρονιά θα ξαναρχόταν η Περιπλανώμενη .
Μπορεί να περνούσαν πέντε και περισσότερα ίσως χρόνια δίχως να έχει
 εμφανιστεί και κάποια στιγμή έτσι  άξαφνα  σαν έπιαναν οι πρώτες ζέστες του
 Καλοκαιριού, στην άκρια του χωριού έβλεπαν να είναι αραγμένο το καρόσπιτό της
 κάτω από το ίδιο πάντα δέντρο, πλάι στο ποτάμι . Σαν έφτανε έλυνε τα λευκά
 άλογα και τ΄ άφηνε λεύτερα να τρέχουν και να βοσκάνε  ανέμελα στα καταπράσινα
 λιβάδια, ενώ τα παιδιά του χωριού έτρεχαν να τ΄ απαντήσουν και να παίξουν μαζί
 τους. Δεν είχαν ξαναδεί τόσο κατάλευκα άλογα , με μακριές χαίτες κι ένα σωρό
  χάντρες και κουδουνάκια περασμένα στα χαϊμαλιά τους που σε κάθε κίνηση 
άφηναν ολόκληρες μελωδίες να τις παίρνουν οι αγέρηδες και να γεμίζει ήχους το 
χωριό.









Ήταν περίεργο αλλά όσες μέρες έμενε η Περιπλανώμενη στον τόπο τους, το δάσος
 γέμιζε ζωή… ερχόταν άφοβα τα άγρια ζώα  στο ποτάμι, ελάφια και ζαρκάδια, λύκοι
 και αλεπούδες και ανάμεσα στα δέντρα έπαιζαν κρυφτό τα ξωτικά των μανιταριών
 γεμίζοντας αστραπόσκονες τα φύλλα των λουλουδιών και οι γυναίκες έλεγαν πως
 αν μάζευες αυτή την μαγική σκόνη και την έβαζες στο κρασί του αγαπημένου σου
 εκείνος θα γινόταν παντοτινά δικός σου κι έτσι έτρεχαν πίσω από τα ξωτικά και
 μάζευαν με τις χούφτες αστραπόσκονες και μικρά φτερά από τα πολύχρωμα
 πουλιά που γλυκοκελαηδούσαν πάνω στων δέντρων τα κλαριά και στόλιζαν με
 αυτά τα μαλλιά και τα φουστάνια τους.






Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε την Περιπλανώμενη να εμφανίζεται
 στο χωριό τους μ΄ αυτό τον τρόπο, δίχως να την έχει δει κανείς να έρχεται και πάλι
 δίχως να γνωρίζουν ποιόν δρόμο πήρε στο φευγιό της. 
Οι τσιγγάνοι που ερχόταν με τα καραβάνια τους, έφερναν γύρες στα καλντερίμια
 του χωριού. Φορούσαν πολύχρωμα ρούχα και έκαναν ακροβατικά στην μέση της
 πλατείας ενώ οι γυναίκες με τις μακριές φούστες τριγυρνούσαν και έλεγαν την
 μοίρα για λίγα νομίσματα. Αγόραζαν φαγητά και ποτά και έστηναν γλέντια
 τρικούβερτα μέχρι να φύγουν και πάλι , ενώ η Περιπλανώμενη δεν
 απομακρυνόταν από το καρόσπιτό της.
Την έβλεπαν να κάθεται στην άκρη στο ποτάμι ή να τριγυρίζει με τα άλογα στα
 λιβάδια και να μην πλησιάζει καθόλου στο χωριό, ούτε όμως έφευγε όταν την
 πλησίαζαν να της ζητήσουν να διαβάσει την μοίρα τους στις γραμμές του χεριού 
ή να τους ρίξει τους ρούνους.
Γελώντας εκείνη έμοιαζε να τους περιμένει … τους κοίταζε βαθιά στα μάτια και 
με την μελωδική της φωνή τους έλεγε για τα μελλούμενα και τι περίεργο!
Ότι τους είχε πει είχε συμβεί.
Τους είχε προειδοποιήσει για τους δύσκολους καιρούς κι έτσι ήταν προετοιμασμένο
 το χωριό σαν ήρθε ο πιο βαρύς χειμώνας των τελευταίων χρόνων και όταν ήρθαν
 οι πολλές βροχές και το ποτάμι πλημμύρισε πάλι ήταν έτοιμοι να το  αντιμετωπίσουν. 
Έμοιαζε σαν να ήθελε να προστατέψει το  μέρος τους και πάντα είχε μια
 προειδοποίηση να τους δώσει μα ανταλλάγματα δεν είχε ζητήσει ποτέ ! Αν κάποιος
 της έδινε κανένα νόμισμα το έπαιρνε  και το ΄ριχνε δώρο στο ποτάμι κι εκείνο
 ευθύς  μεταμορφώνονταν σε μικρό  χρυσόψαρο. Έτσι μαζεύονταν ένα σωρό
 χρυσαφένια ψαράκια σε κείνο το σημείο που εξαφανιζόταν μόλις έφευγε εκείνη.
Ίσως όμως αν είχαν προσέξει λίγο καλύτερα να έβλεπαν και το πιο σημαντικό
 αντάλλαγμα που έπαιρνε μαζί της κάθε φορά που έφευγε στα ξαφνικά.
Θα είχαν δει πως εξαφανιζόταν μέρες πριν έρθει εκείνη ο γιος του σιδερά που
 έφευγε για την μεγάλη πόλη όπως έλεγε κι επέστρεφε δυο μέρες μετά που έφευγε
 η Περιπλανώμενη.
Θα είχαν δει πως εκείνη τον περίμενε μέσα στο βαθύ δάσος όταν άφηνε τα
 σημάδια της στα αιωνόβια δέντρα που στραποβολούσαν τις νύχτες μέσα στις σκιές
 κι εκείνος άκουγε το απόκοσμο τραγούδι της κι ακολουθούσε την γυναίκα που είχε
 σκλαβώσει την ψυχή και το μυαλό του.
Τα χρόνια είχαν περάσει κι εκείνος  δεν ήταν πια το νέο παλικάρι που έτρεχε στο
 πρώτο κάλεσμα . Τα βήματά του ήταν βαριά και τα μαλλιά του κατάλευκα μα και
 πάλι σαν έβλεπε τις αστραπές στο δάσος τραβούσε για εκεί .
Εκείνη σαν να μην είχε περάσει μια ώρα από τότε που την πρωταντίκρυσε, του
 έδινε το χέρι της και τον έβαζε μέσα στον μαγικό της κόσμο κι εκείνος γινόταν και
 πάλι το εικοσάχρονο παιδί που έτρεχε στην προσταγή της. Για λίγες μέρες μόνο
 ξαναγινόταν νέος, γεμάτος όρεξη για ζωή, ερωτευμένος με ένα ξωτικό και μετά … 
η Περιπλανώμενη χανόταν την ώρα που εκείνος χορτάτος από έρωτα κοιμόταν
 κάτω από την σκιά του δέντρου πλάι στο ποτάμι.
Ούτε τα χνάρια από τις ρόδες του καρόσπιτου δεν έβλεπε στο απαλό γρασίδι … λες
 κι εκείνη δεν υπήρξε ποτέ !










Όταν γύρισε κι αυτή την φορά στο χωριό αντάμωσε την γυναίκα του που τον
 περίμενε στην είσοδο του σπιτιού τους.
- Αχ καημένε μου πάλι άργησες να έρθεις ! Ούτε κι αυτή την φορά την πρόλαβες.
- Ποια ; ρώτησε εκείνος … Ποια δεν πρόλαβα;
- Την Περιπλανώμενη καλέ μου, ήταν μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή την φορά 
στο ποτάμι , πριν μια μέρα έφυγε.
Εκείνος κρυφογέλασε  κι η καρδιά του σκίρτησε από τις αναμνήσεις που είχαν
 ριζωθεί μέσα του.
- Θα την προλάβω την επόμενη φορά γυναίκα.
- Ποια επόμενη ; Αυτή η φορά ήταν η τελευταία που ήρθε  στον τόπο μας , μας είπε
 πως δεν θα έχει τίποτα πια εδώ για να ξανάρθει! Ποιος ξέρει τι να εννοούσε , μήπως  και την καταλαβαίνει κανένας τι λέει ;


Εκείνος όμως κατάλαβε.
Κρακ
Έσπασε η καρδιά του σε χίλια δυο κομμάτια. 



                                                                                                    Levina




Η «Περιπλανώμενη» περιμένει ένα μήνα για να εμφανιστεί σ΄ αυτό το μπλοκ 
μα και πάλι σε άσχετο χρόνο βγήκε … όμως ο χρόνος είναι σχετικός  και   
οι περιπλανώμενες ψυχές δεν ασχολούνται μαζί του … 
Έτσι νομίζω κι έτσι είναι.




1.7.13

Καράβια Αταξίδευτα




Είναι αυτά τα καράβια που δεν αρμενίζουνε σε θάλασσες 
ούτε και παλεύουν με τα κύματα και σίγουρα 
δεν θα συναντήσουν ποτέ σε κάποιο ταξίδι τους 
την γοργόνα να τα ρωτά αν ‘ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος΄ ;






Είναι αυτά τα καράβια που αρμενίζουν με την δύναμη  της σκέψης
σε μέρη που ούτε να τα φανταστεί μπορεί ανθρώπου νους 
κι έχουν κοψιά περίεργη , βγαλμένη λες από τους αρχαίους μύθους .





Κι αν στήσεις αυτί τ΄ άναστρα βράδια θ΄ ακούσεις των κυμάτων τον παφλασμό, 
τα ξύλα που τρίζουν στα σκαμπανεβάσματα .
Θ΄ ακούσεις τα θαλασσοπούλια που κρώζουν και τους αγέρηδες 
που περνούν σφυρίζοντας ανάμεσα απ΄ το μεσιανό πανί .






Μια στοίβα ποταμόξυλα και μια βαρκούλα από πηλό 
πόσα ταξίδια στην φαντασία σου μπορούν να κάνουν;
Όσα θες  . . .
Ψυχή και όρεξη να έχεις μόνο !


                                                                    Levina