29.10.12

Κάθε τέλος ... μια αρχή (β.μέρος)


Περίληψη _
Η Αντιγόνη είναι μια νέα γυναίκα που ζει μόνη με την κόρη της έχοντας την βοήθεια της μητέρας της, με αρκετές άστοχες κινήσεις στην ζωή της έχει βρεθεί σε αδιέξοδο μέχρι που έρχεται ο διορισμός της να διδάξει στο σχολείο ενός ορεινού χωριού της Κρήτης. Παρακολουθούμε την ημέρα της αναχώρησης για τον τόπο του διορισμού της και την βλέπουμε να έχει όλες τις φοβίες και τις ανασφάλειες που θα είχε κάθε
φυσιολογικός άνθρωπος μπροστά στο άγνωστο.









Είναι σχεδόν μεσημέρι όταν πια φτάνω στο σπίτι μου κρατώντας
τα πολύτιμα δώρα μας  στην αγκαλιά μου και σφίγγοντας  μέσα
στο στήθος μου τον φάκελο με τα χρήματα που τα έχω χώσει
στο σουτιέν μη μου τα βουτήξουν στον δρόμο και με έχει πιάσει φαγούρα.
Έχω την εντύπωση πως τώρα πια είμαι δυνατή, πολύ πιο αισιόδοξη, 
πως δεν είμαι μόνη μου με  το μωρό μου και πως δίπλα στην Μαιρούλα
στέκονται μια ντουζίνα σωματοφύλακες, πραγματικές φίλες έτοιμες
να αρπάξουν τα όπλα και να μας  συμπαρασταθούν σε κάθε δυσκολία!
Σε λίγες ώρες θα βρισκόμαστε επάνω στο καράβι που θα μας μεταφέρει
στον καινούργιο μας προορισμό και μένει να ελέγξω για μια ακόμα φορά 
όσα έχω μαζέψει να πάρουμε μαζί μας, τις δυο μεγάλες βαλίτσες, ένα
τεράστιο σακ-βουαγιάζ που κοντεύει να σκάσει σαν ετοιμόγεννο και
υπάρχουν και δυο ακόμα κούτες που θα κανονίσει η Μαιρούλα να
τις πάρει η μεταφορική που έχω συνεννοηθεί όταν πια θα έχουμε
τακτοποιηθεί στο καινούργιο μας σπίτι  που ούτε καν ξέρω που
και πως θα είναι .


Από τα λιγοστά έπιπλα μας δεν αξίζει τίποτα για  να πληρώσω να τα
μεταφέρω και είμαι σίγουρη πως η σπιτονοικοκυρά μου θα  νοικιάσει
πιο ακριβά το σπίτι  ‘επιπλωμένο’ με την  παλιά κρεβατοκάμαρα,  το
τραπεζάκι της κουζίνας με τις δυο καρέκλες και μερικά ακόμα σπάνιας
αισθητικής κομμάτια αγορασμένα σε τιμή ευκαιρίας από τα στοκατζίδηκα
της οδού Πατησίων.


Η Μαιρούλα  θα  πέρναγε από το σχολείο να πάρει την Λιλίκα και να
που φτάνουν χαρούμενες  κρατώντας μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με
πακέτα από έτοιμο φαγητό! Καθόμαστε οι τρεις μας  στο τραπέζι, 
η Μαιρούλα και η Λιλίκα στις καρέκλες, εγώ στο κομοδίνο που εκτελεί
χρέη σκαμπό και καθώς δεν έχω πια μαχαιροπήρουνα τρώμε με τα χέρια
και πίνουμε μπύρα σε πλαστικά ποτηράκια που είχα φυλάξει από παλιούς
καφέδες , σκασμένες στα γέλια καθώς θυμόμαστε ένα σωρό περασμένες
 ιστορίες με την μανούλα μου, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να
διώξουμε την θλίψη του αποχωρισμού .
  

tumblr_mcmcqnFmKR1rgg9zto1_500


Νοιώθω τόσο ευχαριστημένη που βλέπω χαλαρή την μητέρα μου,
να θυμάται παλιές ιστορίες και να γελά με την καρδιά της.
« Μα πώς να ξεχάσω τότε που είχες αποφασίσει να γίνεις χορτοφάγος
κι ο καημένος ο μπαμπάς σου έτρωγε για δυο μήνες δυο μερίδες φαγητό
για να μη σε ανακαλύψω, το θυμάσαι  Αντιγονάκι μου?»
Θέλω να κλάψω αλλά τελικά με πιάνει νέος παροξυσμός γέλιου.
Πώς να το ξεχάσω που στα δεκατέσσερα ανακαλύψαμε με τις
συμμαθήτριές μου πως δεν ήταν καθόλου sic να τρως κρέας από
φρικτά κακοποιημένα ζώα και αποφασίσαμε να γίνουμε χορτοφάγες!
Φυσικά δεν τόλμησα τότε να πω τίποτα στην Μαιρούλα που θα γινόταν
έξαλλη αν μάθαινε πως η διατροφή μου περιλάμβανε πλέον μόνο
μαρούλια, λάχανα κι αγγούρια και  με δάκρυα στα μάτια κλάφτηκα
στον μπαμπά μου , για τα καημένα τα ζωάκια!
Πως τα κατάφερε και για δυο μήνες η Μαιρούλα δεν πήρε χαμπάρι
τι γινόταν στο τραπέζι κάτω από τα μάτια της  δεν ξέρω !
Όταν όμως εκείνος πήρε είκοσι κιλά κι εγώ έχασα δεκαπέντε μας
έκανε τσακωτούς και φυσικά έγινε ο κακός χαμός, φωνές,
μαλλιοτραβήγματα , έπεσαν και τα απαραίτητα τηλεφωνήματα
μεταξύ των έξαλλων μαμάδων και εκεί έληξε η οικολογική μας συνείδηση .


Ο χρόνος κυλά γρήγορα κι όταν η Μαιρούλα σηκώνεται να φύγει 
αγκαλιαζόμαστε σφιχτά οι  τέσσερις μας , μη ξεχνάμε και τον Μπάνυ
και δεν μας κάνει καρδιά να χωριστούμε.
« Γιατί δεν με αφήνεις να σας συνοδέψω στο λιμάνι?» με ρωτά η
μανούλα μου για μια ακόμα φορά και της το αρνούμαι γιατί δεν
υπάρχει κανένας λόγος να ταλαιπωρηθεί και δεν θα αλλάξει
και τίποτα. Φτάνει ο αποχαιρετισμός μας  εδώ,  δεν θέλω μετά να
σκέφτομαι πως θα γυρίσει από τον Πειραιά μόνη πίσω  και της
υπόσχομαι πως θα την πάρω πρωί πρωί τηλέφωνο αύριο να την
ενημερώσω για το ταξίδι  μας. Με φιλά με τόση λαχτάρα που κάνει
κομμάτια την καρδιά μου και καθώς δεν με έχει συνηθίσει σε τόσες
αγκαλιές νοιώθω αμήχανα.


Έχει νυχτώσει σχεδόν  όταν  το καράβι μας απομακρύνεται από
την προβλήτα κι εγώ κάθομαι  στο κατάστρωμα μαζί με την Λιλίκα μου 
και κοιτάμε τα φώτα της στεριάς να απομακρύνονται γρήγορα .
Το μωρό μου έχει τόσο ενθουσιαστεί με το καινούργιο της μπουφάν
που της πηγαίνει αφάνταστα και τα γαλάζια ματάκια της γυαλίζουν
από ευχαρίστηση καθώς σφίγγει μέχρι σημείου ασφυξίας
τον Μπάνυ και τον βάζει να χαιρετά  το άπειρο!


Όλη την νύχτα θα ταξιδεύουμε , αρκετές ώρες για να αφήσω το
κοριτσάκι μου να κοιμάται επάνω στα καθίσματα της τουριστικής
κι έτσι έχω κάνει την υπέρβαση να βγάλω εισιτήρια που περιλαμβάνουν
καμπίνα . Αφού κάνουμε λοιπόν μια περιήγηση στους χώρους του πλοίου ,
που περιλαμβάνει και την απαραίτητη ξενάγηση στον Μπάνυ,
ξαπλώνουμε στις κουκέτες μας με τα ρούχα μας , ήμουν πολύ
κουρασμένη για να ανοίξω βαλίτσες και να ψαρεύω πυτζάμες .
Η Λιλίκα κατενθουσιασμένη ακόμα πιο κουρασμένη από όλα αυτά 
κοιμάται γρήγορα κι εγώ μένω μόνη με τις σκέψεις μου στο
μισοσκόταδο της καμπίνας μας.


Πόσο θα ήθελα να είχα την δική της ηλικία, το αθώο μυαλό της,
την ανεμελιά της και να κοιμόμουν όπως εκείνη δίχως να με βασανίζουν
αμφιβολίες, ερωτηματικά, η αβεβαιότητα της αυριανής μέρας!  Θέλω
να σκεφτώ αισιόδοξα αλλά δεν μπορώ να έχω καμία εμπιστοσύνη
στις αποφάσεις και στην κρίση μου που τόσο με έχει ταλαιπωρήσει
μέχρι τώρα!
Η αλήθεια όμως είναι πως έχω περάσει και πολύ δυσκολότερες στιγμές,
γιατί λοιπόν να με τρομάζει  το ενδεχόμενο άγνωστοι άνθρωποι, σε
ένα άγνωστο μέρος που θα ζήσω μόνο δυο ή τρία χρόνια να μη με
αποδεχτούν? Τελικά και ποιος δεν έχει κάνει λάθη στην ζωή του?
Βέβαια εγώ μόνο λάθη έχω να δείξω μέχρι τώρα, αυτό είναι το
δικό μου ταλέντο … οι λάθος επιλογές!


Το πιο δύσκολο μάλλον είναι να σε ρωτήσει η κόρη σου για τον πατέρα της
κι εγώ το έτρεμα αυτό το ενδεχόμενο από την ώρα που άρχισε να
καταλαβαίνει γιατί ήταν ένα πανέξυπνο παρατηρητικό παιδί  και δεν
θα αργούσε η ώρα εκείνη!
Της έκανε εντύπωση κάποια στιγμή που ήμασταν στην παιδική χαρά
και γύρω μας εκτός από μαμάδες υπήρχαν και μπαμπάδες που έπαιζαν
με τα παιδιά τους , η Λιλίκα ήταν τεσσάρων χρονών κι η λέξη μπαμπάς
της ήταν άγνωστη. Με ρώτησε τι σημαίνει αυτή η λέξη και της απάντησα
κάτι αόριστο που φυσικά δεν την ικανοποίησε, όμως η επόμενη ερώτηση
ήταν και η πιο δύσκολη.
«Γιατί μαμά δεν έχεις άντρα να παίζει μαζί μου?» Μπλόκαρε το μυαλό μου,
θεώρησα πως ήταν και πολύ μωρό για να πάρει μια σωστή απάντηση κι
έτσι της είπα ότι κάποτε είχα … αλλά έχασε τον δρόμο του! Αυτό βέβαια
ήταν καλό για απάντηση αν χάσεις τον σκύλο σου κι όχι  έναν ανύπαρκτο
πατέρα. Η Λιλίκα με κοίταξε τότε με απορία και ένα ύφος που έλεγε πως
αυτά ήταν ανοησίες και δεν το σχολίασε παραπάνω.


Ωστόσο όταν πια την πήγα  σχολείο , δεν θα μπορούσε να αγνοήσει πως
εκτός από τις μητέρες υπήρχαν και αρκετοί μπαμπάδες που πηγαινοέφερναν
τα παιδιά τους κι εγώ πια δεν μπορούσα να ξεφύγω από τις ερωτήσεις της
και προσπάθησα να της εξηγήσω πως είχε κι αυτή έναν μπαμπά που έφυγε
κάποια στιγμή από κοντά μας , χωρίς να χρειαστεί να της διευκρινίσω
πως αυτό έγινε την επόμενη που έμαθε για την εγκυμοσύνη μου , για να
επιστρέψει μετά από τον δικό μου σκληρό εκβιασμό να αναγνωρίσει
την κόρη του, για να συνεχίσει την δική του ζωή και εμείς την δική μας.
«Δεν θα ξαναγυρίσει ο μπαμπάς?»
«Όχι μωρό μου , είναι πολύ μακριά τώρα πια» ήταν καλύτερα να της
έκοβα από την αρχή την ελπίδα που γεννήθηκε στο αθώο μυαλουδάκι της.
« Το ξέρει όμως που μένουμε?» Φυσικά και το ξέρει ήθελα να της πω,
αφού εκείνος έμενε ακόμα στο ίδιο σπίτι που έμενε όταν γνωριστήκαμε ,
με την γυναίκα και τα παιδιά του που τότε αγνοούσα την ύπαρξη τους
και ξέρει και που είμαστε , όπως ξέρει και πως υπάρχεις άσχετα αν
προτιμά να το αγνοεί. Δεν της τα λέω όμως όλα αυτά
« Μήπως θέλεις να πάμε μια βόλτα μέχρι τις κούνιες αντί να συζητάμε
αυτό το θέμα μωρό μου?»
Καταλαβαίνει πως αλλάζω θέμα και με κοιτά με αυστηρό ύφος, αυτό
που έχει κληρονομήσει από την μονίμως επικριτική Μαιρούλα και βουτάει
με νεύρα το μπουφάν της και τον Μπάνυ.
«Άντε να πάμε όπου θέλεις, να δούμε τι θα καταλάβεις  όταν έρθει
ο δικός μου μπαμπάς να μας βρει και λείπουμε!»
Είχε μπει πια στο μυαλουδάκι της πως εκείνος θα εμφανιζόταν , να την
πάρει από το σχολείο, να πάνε μαζί στις κούνιες, να παίξουν μαζί  και
το καταλάβαινα από τις σκόρπιες κουβεντούλες της πως τον περίμενε
κι εγώ απέφευγα να απαντήσω ή να δώσω συνέχεια περιμένοντας
να ξεχαστεί όλο αυτό με τον καιρό.


Είχαν περάσει πια μήνες που η λέξη ‘πατέρας’ δεν είχε αναφερθεί
και μπορεί αυτό να βόλευε εμένα όμως το ήξερα πως η Λιλίκα δεν
το είχε ξεχάσει και κάποια στιγμή θα με έφερνε αντιμέτωπη με
τις ευθύνες μου και τις σκληρές ερωτήσεις της.
Όμως τι μπορούσα να κάνω? Να πάω να βρω τον άνθρωπο που με
εξαπάτησε κρύβοντας μου τον γάμο του? Που ανακάλυψα την
οικογένειά του την ημέρα που πήγα να του πω πως περίμενα το παιδί μας,
ενώ πίστευα τα όνειρα του για το μέλλον μας ,εκείνος είχε ήδη δυο παιδιά
και μια φαινομενικά ευτυχισμένη οικογένεια? Που αναγνώρισε την κόρη του
όταν τον απείλησα πως θα τον τραβολογούσα στα δικαστήρια και θα πήγαινε
περίπατο η καριέρα του και η οικογένειά του, ενώ στην πραγματικότητα
δεν είχα τέτοιο σκοπό, ούτε και την οικονομική άνεση για να κάνω
οτιδήποτε, απλά μπλόφαρα κι εκείνος  έκανε αυτό που του ζήτησα
με τον όρο να μην τον ενοχλήσω ξανά ποτέ, για κανένα λόγο όσο
σοβαρός κι αν θα ήταν αυτός. Πώς να πήγαινα σε αυτόν και να του πω τι?
Ότι τον αναζητά η κόρη του? Αφού το ήξερα καλά πως εγώ θα
λογοδοτούσα για την απόφαση μου να φέρω στον κόσμο μόνη μου
το παιδί μου, εκείνος το είχε αναρωτηθεί ποτέ αυτό?
Πως  θα  έφτανε και για εκείνον η μέρα να αντιμετωπίσει  τα γαλάζια
μάτια της που ήταν ίδια τα δικά του?



Ξέρω πως όταν η Λιλίκα μου μεγαλώσει  θα μπορώ να της εξηγήσω ,
να συζητήσουμε για όλα, όμως μέχρι τότε ήμουν αποφασισμένη να μην
αφήσω το μωρό μου να πληγωθεί από καμία καταναγκαστική παρουσία
πατέρα στην ζωή της. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που δεν κατάφερα
να κάνω μια σχέση της προκοπής, όχι πως δεν το προσπάθησα αλλά όταν
φτάναμε στα σοβαρά φοβόμουν το αύριο, πνιγόμουν , δεν ήθελα κανέναν
ανάμεσα μας που θα μας έδινε ελπίδα ότι βρήκαμε κάποιον που αξίζει
να τον αγαπήσουμε και να μας αγαπήσει . Εγώ δεν ένοιωθα άξια να με
αγαπήσουν και μετά? Αν κάτι δεν πήγαινε καλά κι  ερχόταν μια ακόμα
απογοήτευση? Πάλι μόνες θα μέναμε και πιο πικραμένες από το πριν.



tumblr_mcm9ktMSQK1rrzdn7o1_500



Μοιάζουν ανόητες όλες αυτές οι σκέψεις αλλά το ένοχο παρελθόν μου
δεν με βοηθά να τις σκεφτώ για τόσο ανόητες και καθώς βλέπω το μωρό μου
να κοιμάται σαν αγγελούδι στην απέναντι κουκέτα , ο δικός μου άγγελος,
δεν μπορώ να κοιμηθώ και το μυαλό μου έχει γίνει ένα κουβάρι γεμάτο
μπερδεμένες αναμνήσεις.


Φοράω το παλτό μου και βγαίνω στο κατάστρωμα να πάρω καθαρό αέρα.
Πέρα μακριά στον ορίζοντα η νύχτα φεύγει  κι ο ουρανός γεμίζει
χρώματα καθώς βλέπω τον δίσκο του ήλιου να ξεπροβάλει μέσα από
την θάλασσα πίσω από την πορεία μας ενώ μπροστά φαίνεται η σκιά
της στεριάς που πλησιάζει . Φτάνουμε. Ανατριχιάζω με την πρωινή δροσιά
και θέλω έναν ζεστό καφέ  αλλά θα πάρω και την Λιλίκα να φάμε μαζί ένα
γερό πρωινό και μαζί να αρχίσουμε αυτή την μέρα μας.


Χαμογελάω καθώς καθαρίζει το μυαλό μου, να που φτάνω σε ένα καινούργιο
τόπο, αρχίζω μια καινούργια ζωή, θα είμαι η Δασκάλα με το μικρό της κοριτσάκι ,
είμαι μια εικοσιεφτάχρονη γυναίκα που θέλει να ζήσει  αφήνοντας πίσω της
ότι την πλήγωσε και τα λάθη που έκανε.
Είμαι μια γυναίκα που θέλει να πετάξει ψηλά.
Καθώς παίρνω μια βαθιά ανάσα να γεμίσω θαλασσινό αέρα τα πνευμόνια μου,
να αναζωογονηθώ ,  βλέπω στην κουπαστή  ένα  νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο
να κοιτά την ανατολή. Μοιάζουν τόσο πολύ ερωτευμένοι και καθώς περνάω
δίπλα τους η κοπέλα γυρνά και μου χαμογελά. Τους καλημερίζω και νοιώθω
πως λέω καλημέρα στην ζωή και κατεβαίνω να πάρω το μωρό μου.


Ξυπνάει κι ανεβαίνουμε στο μπαρ του πλοίου , καθόμαστε και παραγγέλνουμε
το πρωινό μας με τον Μπάνυ ανάμεσα μας.
Βυθίζομαι στα γαλάζια ματάκια
«Λιλίκα μου σε αγαπάω πολύ» της λέω χαμογελώντας» . Εκείνη με κοιτά
σοβαρά, ελαφρώς παραξενεμένη γι αυτή την ξαφνική εκδήλωση αγάπης
κι ένα χαρούμενο χαμόγελο φωτίζει το προσωπάκι της.
«Αντιγόνη μου κι εμείς σε αγαπάμε πολύ» μου απαντά σοβαρά
(στο εμείς συμπεριλαμβάνει και το  κουνέλι φυσικά)  και  χώνει
τα δοντάκια της σε μια φέτα ψωμί αλειμμένη με βούτυρο και μαρμελάδα.


Εκείνη την στιγμή νόμισα πως είδα και τον Μπάνυ να μου χαμογελά.

Είναι δυνατόν?

Μάλλον θα μου φάνηκε … ή μήπως όχι?








Συνεχίζεται .....





25.10.12

Κάθε τέλος .... μια αρχή








Εύχομαι να τελειώσει γρήγορα αυτή η νύχτα, αυτό περιμένω ξάγρυπνη, 
η τελευταία μας νύχτα στο μικρό θλιβερό διαμέρισμα της Αριστοτέλους .
Ενάμιση δωμάτιο με θέα στον δρόμο και στην φασαρία του, αν το μισό 

βέβαια που είναι η είσοδος πιάνεται για δωμάτιο, το μπάνιο με τους 
μουχλιασμένους από την υγρασία τοίχους
ένα επί ένα και η τεράστια κουζίνα μας που δεν χωράει ούτε το ψυγειάκι μας 

και το  ημί-τραπέζι με τις δυο καρέκλες  … αυτές ολόκληρες ευτυχώς.

Να λοιπόν που κατάφερα την μισή ζωή μου να την γεμίσω με
μισά πράγματα και τίποτα ολόκληρο με μια και μοναδική εξαίρεση
την Λιλίκα, το δικό μου ολοκληρωμένο και μοναδικό μου
δημιούργημα για τα εικοσιεφτά χρόνια της μισής ζωής μου.
Η Λιλίκα που κοιμάται στο ημίδιπλο κρεβάτι μας αγκαλιά με
τον  Μπάνυ , έναν κατάλευκο λούτρινο κουνέλι με πορτοκαλιά
γυάλινα μάτια και γελαστό στόμα από κόκκινη τσόχα που μόνο
με εγχείρηση μπορείς να της τον αποσπάσεις .
Όπως όλα τα βράδια κάθομαι στο μικρό κουζινάκι μόνη ενώ
η φωτεινή επιγραφή με τα πολύχρωμα γράμματα ‘νέον’ που
αναβοσβήνουν  στο το απέναντι κατάστημα ‘μπουτίκ κρεάτων ’,
κάνει σχέδια επάνω στους σκοτεινούς τοίχους και φωτίζει
καλύτερα κι από μέρα ολόκληρο το διαμέρισμα.
Θα έπρεπε να κλείνω τα παντζούρια για να σκοτεινιάζει τα βράδια ,
αλλά ποτέ δεν άντεχα την κλειστοφοβική αίσθηση που μου
προκαλούσε αυτό το σπίτι μια σαραβαλιασμένης πολυκατοικίας
του ’50 με ξεχαρβαλωμένα τα υδραυλικά της και χαλασμένο
το σύστημα θέρμανσης στα περισσότερα διαμερίσματα όπως
το δικό μας, αν και στην περίπτωση μας αυτό ήταν ένα σοβαρό
πλεονέκτημα για  την μείωση του ενοικίου, έστω κι αν τις κρύες
μέρες κουκουλωνόμασταν  στο κρεβάτι προσπαθώντας να ζεσταθούμε 

με  σφιχτές αγκαλιές και με μια φορητή σόμπα που δεν κατάφερνε 
να φέρει λίγη ζεστασιά σε αυτό το ανήλιαγο διαμέρισμα.

Τίποτα δεν θα μου λείψει από εδώ, ούτε οι γεμάτοι υγρασία
ξεφλουδισμένοι τοίχοι, ούτε το μπάνιο με τα καφετιά είδη υγιεινής 

και τα θαλασσιά πλακάκια περίσσευμα ποιος ξέρει από πού  
και τα ξεφορτωθήκανε στα διαμερίσματα αυτής της πολυκατοικίας, 
όπως η κουζίνα που έχει δέκα λογιών διαφορετικά πλακάκια τάχα για σχέδιο!
Γιατί όμως νοιώθω τόσο θλιμμένη, γιατί φοβάμαι που θα φύγουμε 

από αυτή την άθλια ζωή που συνήθισα τόσα χρόνια και τώρα θα πάρω 
την Λιλίκα μου και θα τραβήξουμε έναν άγνωστο δρόμο?

Αρχίζω να αμφιβάλω και θέλω ένα τσιγάρο επειγόντως κι ας μην 

καπνίζω όπως παλιά , που λεφτά πια για τσιγάρα…
άραγε ήταν σωστό που δέχτηκα αυτόν τον διορισμό τόσο
μακριά ? Δεν υπήρχε βέβαια και άλλη επιλογή αλλά να βρεθούμε 

και σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης για να αναλάβω δασκάλα στο 
δημοτικό … φοβάμαι, τρέμω σε αυτή την προοπτική  αν και είναι 
αργά να κάνω πίσω και τώρα σκέφτομαι όσα δεν είχα σκεφτεί, 
πως θα είμαι μια άγνωστη, πως δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσω, πως 
θα με δεχτούν, πως θα αντιδράσει η Λιλίκα σε αυτή την αλλαγή, 
θα της αρέσει εκεί? τι δικαιολογία να βρω για τον ανύπαρκτο πατέρα της ?
Πως θα στήσω την ζωή μου σε ένα άγνωστο μέρος? Κι αν
δεν της αρέσει? Αν χρειαστεί να τα παρατήσω και να φύγουμε 

πως θα ξαναγυρίσω νικημένη και πάλι στην  Μαιρούλα?
Παρακαλάω την καλή μου νεράιδα να με μεταμορφώσει σε παιχνίδι 

να μου βάλει κι ένα διακόπτη να τον κλείσω για να σταματήσω να σκέφτομαι 
προτού τρελαθώ … να φωνάξω άραγε την Μαιρούλα να έρθει σαν το Ιππικό 
να με σώσει , όπως έκανε όταν ήμουν στην ηλικία της Λιλίκας και με
προστάτευε από τους δράκους και τους γίγαντες  κυνηγώντας τους 

με το κουζινομάχαιρο?
Ποια φυσιολογική μητέρα διαβάζει παραμύθια στο παιδί της
με την συνοδεία κουζινομάχαιρου? Μόνο η Μαιρούλα !
Ανόητες σκέψεις  και το νοιώθω πως όλα είναι παράλογα, γι αυτό
και πετάω στον νεροχύτη το τσιγάρο που έχει σβήσει στο χέρι μου
και πάω να ξαπλώσω δίπλα στο μωρό μου που σφίγγει  ασφυκτικά
στην αγκαλιά της τον Μπάνυ ενώ ροχαλίζει ελαφρά .
Πάντα όταν είναι κουρασμένο το κοριτσάκι μου ροχαλίζει και
γελάω καθώς χαζεύω τις  χαλκόχρωμες ανταύγειες στα 
μαλλάκια της, το ροδαλό  προσωπάκι  που το φωτίζει ένα μικρό
λαμπάκι νυχτός , την τραβάω στην αγκαλιά μου μαζί με το

κουνέλι  της που θέλει και πάλι πλύσιμο καθώς μου μυρίζει
κάτι μεταξύ ψαρόσουπας που δεν έχω φτιάξει ποτέ και χωματερής
που εκείνος δεν έχει πάει ποτέ και κάπως έτσι προτού το καταλάβω
βυθίζομαι σε έναν ανήσυχο ύπνο.


Ξημερώματα σηκώνομαι από το κρεβάτι και είμαι τόσο κουρασμένη
που σέρνομαι στην κουζίνα για να φτιάξω ένα δυνατό καφέ να με συνεφέρει.

Αργότερα σηκώνω και την Λιλίκα για την τελευταία της μέρα στο σχολείο , 

δεν έχουμε τίποτα φαγώσιμο στα ντουλάπια για πρωινό παρά μόνο δυο 
φέτες μπαγιάτικου ψωμιού που τις μοιραζόμαστε ενώ εκείνη χοροπηδά 
χαρούμενη καθώς την ντύνω για να την πάω στο σχολείο της.
Παραδόξως δεν δείχνει να την πειράζει καθόλου  που θα χάσει
τους φίλους της και περιμένει με τόσο ενθουσιασμό το ταξίδι μας,
να φτάσουμε στο καινούργιο μέρος που της έχω υποσχεθεί σαν
παράδεισο, τους καινούργιους φίλους που θα γνωρίσει ώστε είναι
τόσο μεγάλη η αισιοδοξία της που μεταδίνεται και σε εμένα.
Η κορούλα μου είναι ένας  μικρός Γκιούλιβερ γεμάτη αισιοδοξία
και αγάπη για αλλαγές και ταξίδια που δεν έχει κάνει ποτέ!


Η νυχτερινή μου απαισιοδοξία έχει κάνει φτερά κι έτσι κι εγώ
της χαμογελώ και ετοιμάζομαι να κάνουμε το πρώτο μας βήμα
μπροστά στην ζωή.
« Πρόσεξε μη ξεχάσεις τον Μπάνυ  μαμά»
Είναι τόσο σοβαρό το ύφος της που τα χάνω και την διαβεβαιώνω
πως δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξεχάσω τον αγαπημένο της
κούνελο αλλά τα  γαλάζια μάτια της με κοιτούν με καχυποψία.
« Ναι αλλά την άλλη φορά τον είχες ξεχάσει το θυμάσαι?»
Μα είναι δυνατόν να ξεχάσω αυτή την μαύρη σελίδα στην σχέση μας
κι απορώ πως το θυμάται εκείνη!  Είναι δυνατόν ένα επτάχρονο
να θυμάται κάτι που έγινε πριν τρία χρόνια?


Ήταν εκείνο το  δελτίο που κέρδισε η Μαιρούλα  στον Σύλλογο
Χειροτεχνίας για ένα διήμερο στο Καρπενήσι και μας το χάρισε
να πάμε με την Λιλίκα .
Δυο απίστευτες ημέρες που έζησα μακριά από την Αθήνα σε έναν
παράδεισο κι όταν την Κυριακή το πρωί  που θα επιστρέφαμε
μάζεψα τα πράγματα μας ενώ η Λιλίκα κοιμόταν , ξέχασα πίσω
τον καημένο τον Μπάνυ.
Κοντά στην Λαμία η Λιλίκα ξύπνησε και τον αναζήτησε και τότε
με φρίκη ανακάλυψα ότι  μέσα στον πανικό της αναχώρησης τον
είχα αφήσει  στο δωμάτιο κάτω από τα σκεπάσματα στο κρεβάτι της.
Όσο κι  αν προσπαθούσα να την πείσω πως  έγινε κατά λάθος , όσο
κι αν της υποσχόμουν  πως θα τηλεφωνούσα στο ξενοδοχείο να μας
τον στείλουν, η Λιλίκα είχε ξεσηκώσει το λεωφορείο με τα κλάματα 
και τις φωνές της, ώστε τελικά έξω από την Λαμία κατεβήκαμε και
με ταξί γυρίσαμε στο Καρπενήσι για να πάρουμε τον άμοιρο
Μπάνυ   που μας περίμενε στην ρεσεψιόν . 
Είμαι σίγουρη πως αν ήταν ζωντανός θα έκλαιγε κι αυτός που
τον ξέχασα ή θα με πλάκωνε στα χαστούκια κι έτσι πήραμε το
επόμενο λεωφορείο για την Αθήνα κι όλα αυτά να τα κάνω
κρατώντας στο ένα χέρι μια βαλίτσα μισό τόνο και στο άλλο
μια μουτρωμένη Λιλίκα  που αρνιόταν πεισματικά να μου
απευθύνει τον λόγο και παρηγορούσε τον λούτρινο κούνελο για την
εγκατάλειψη που υπέστη από την άκαρδη μάνα… δηλαδή εμένα!
Για  δυο εβδομάδες μετά τρώγαμε μόνο νερόβραστα μακαρόνια
ακόμα και το πρωί αφού είχα ξοδέψει τις πενιχρές μου οικονομίες
στο ταξί , μόνο που από τότε έμαθα να κρατάω αγκαλιά τον
Μπάνυ αντί για την Λιλίκα αφού  ήταν τσεκαρισμένο πως  αυτόν
θα τον ακολουθούσε οπουδήποτε ακόμα και με κλειστά τα μάτια.


Ήταν τόσο σίγουρη πως και πάλι θα έκανα την γκάφα μου που
με ένα  υποτιμητικό βλέμμα  άρπαξε αγκαλιά της  τον κούκλο της
και φρόντισε να με αποτελειώσει με …
« Καλύτερα να τον αναλάβω μόνη μου, εσύ έχεις πολλά να κάνεις!»
Ήθελα να ήξερα που τα έβρισκε όλα αυτά όταν τα παιδιά της
ηλικίας της μιλούν σαν παιδιά κι όχι σαν ξινισμένες σαραντάρες?
Της φοράω το παλιό της μπουφάν και την κουμπώνω αφηρημένη
καθώς σκέφτομαι πως  είναι πια καιρός το παιδί μου να αρχίσει να
κάνει παρέα με παιδιά της ηλικίας της κι όχι μόνο με την Μαιρούλα
και τις κυρίες από τον Σύλλογο της Χειροτεχνίας.


Αφήνω την Λιλίκα στο σχολείο και φτάνει η ώρα να αντιμετωπίσω
την Μαιρούλα , την μονίμως θυμωμένη μανούλα μου που πιστεύει
ότι στα εικοσιεφτά μου είμαι ακόμα μια  ανώριμη έφηβη που κάνει
την επανάσταση της καθώς θέλει να φύγει μακριά … πάλι καλά που
δεν μου προσάπτει πως πάω να ζήσω στις σπηλιές στα Μάταλα …
ξεχνώντας πως ήδη ζω μακριά της , δηλαδή όχι και τόσο μακριά της,
μόνο δυο τετράγωνα από το πατρικό μου !
Κι όμως μου ανοίγει μια γελαστή Μαιρούλα  που με ξαφνιάζει καθώς
μου φτιάχνει μια ζεστή σοκολάτα και βάζει μπροστά μου ένα φρέσκο
κέικ βανίλιας. Από πότε η Μαιρούλα έμαθε να φτιάχνει κέικ?
Από ότι θυμάμαι κάτι λιγοστές προσπάθειες που έκανε ήταν σκέτη
καταστροφή  με κάτι μπαρουτοκαπνισμένα κατασκευάσματα να
βγαίνουν από τον φούρνο και να πηγαίνουν στα σκουπίδια μαζί με
την φόρμα που τα φιλοξενούσε ενώ ορκιζόταν πως δεν θα ξανάκανε
το ίδιο λάθος ποτέ … Ευτυχώς για εμάς κρατούσε τις υποσχέσεις της !


Καθώς μπουκώνομαι με το πραγματικά θαυμάσιο κέικ φροντίζει
να με προσγειώσει.
«Η Μιμίκα το έφτιαξε, είναι από τις καινούργιες συνταγές της Βέφας»
Φυσικά ! Μιμίκα η κολλητή της που παρακολουθεί με θρησκευτική
προσήλωση τις εκπομπές της Βέφας της εθνικής μαγείρισσας που
έχει γίνει η αιτία να  μπουν φωτιές σε μπόλικα σπίτια χάρη στις τόσες 

πρόθυμες αλλά ανεπίδεκτες μαθήσεως νοικοκυρο-μαθήτριες
από  τηλεόρασης.
«Ώστε το αποφάσισες τελικά !» Δεν κατάλαβα αν ήταν ερώτηση
ή διαπίστωση, κατάλαβα όμως το πειραγμένο ύφος της και προτιμώ
να βάλω μια ακόμα μπουκιά στο στόμα μου παρά να μιλήσω.
«Μα είναι ανάγκη να πας στην άλλη άκρη της γης?»
Αναρωτιέμαι γιατί αυτή η γυναίκα δεν καταλαβαίνει  πότε να
κρατήσει το στόμα της κλειστό? Να που πάλι ήρθαν να με
αρπάξουν οι χθεσινοβραδινές φοβίες μου. Τα ίδια δεν σκεφτόμουν?
«Δεν θα πάω στην Αλάσκα μαμά, στην Κρήτη θα είμαστε και
το ξέρεις πως μπορείς να έρθεις να μείνεις μαζί μας για όσο το θελήσεις»
«Το ίδιο κάνει» επιμένει πεισματικά η μανούλα μου «και το ξέρεις
πως στην ηλικία μου δεν είναι εύκολο να  κάνω μεγάλα ταξίδια
και να είμαι μακριά από τους γιατρούς!»
Αρχίζω να βήχω υστερικά καθώς η μπουκιά μου κάθεται στον λαιμό.
Από πότε η Μαιρούλα αναφέρει τις απαγορευμένες λέξεις ‘ ηλικία’
και ‘γιατρός’?
« Μανούλα μου είσαι η πιο μικρή υγιέστατη γιαγιά που γνωρίζω
και μόλις τακτοποιηθούμε θα σε περιμένουμε να έρθεις κοντά μας»
Την κλείνω στην αγκαλιά μου και της σκάω ένα φιλί στο μάγουλο
αλλά το άγριο βλέμμα που μου ρίχνει σημαίνει πως  μάλλον το
παρατράβηξα με τις γλύκες και αυτό το ‘γιαγιά’ τι ήθελα να το πω?
« Θα δούμε , αλλά να το ξέρεις, δεν μου αρέσουν τα ταξίδια!» επιμένει
μόνο για να έχει τον τελευταίο λόγο και ξεφεύγει από την σφιχτή
αγκαλιά μου κάτι απόλυτα φυσιολογικό για την Μαιρούλα που 
ποτέ της δεν ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτική στα συναισθήματά της,
μάλλον το αντίθετο θα έλεγα ! Αν για κάτι φημίζεται είναι η
απάθεια της απέναντι σε οτιδήποτε συμβαίνει στην ζωή της.


Θέλω να της υπενθυμίσω πως δεν φέρνει τις ίδιες αντιρρήσεις
όταν είναι να κάνει ταξίδια με τις φίλες της που έχουν γυρίσει
όλα τα μοναστήρια της χώρας κι έχουν ανέβει στα πιο απίθανα μέρη,
αλλά το αφήνω να περάσει … δεν έχω όρεξη για καυγάδες ειδικά
σήμερα που έχω τόσα πολλά στο μυαλό μου κι αφού το ξέρω πως
τελικά δεν θα αντισταθεί και θα μας έρθει στην πιο απίθανη στιγμή .
Ελπίζω μόνο να μη κουβαλά κι όλο τον Χειροτεχνικό Σύλλογο!
Ούτε κι έχω όρεξη να συζητήσουμε για μια ακόμα φορά το πόσο
έχω κουραστεί να κάνω δουλειές του ποδαριού προσπαθώντας να
πουλήσω άγνωστα και αμφιβόλου προελεύσεως προϊόντα από
άγνωστες εταιρείες, που υποτίθεται ότι εγώ τα φοράω χρόνια ενώ
εκείνη θα συνεχίσει να ξεσκονίζει το κορνιζαρισμένο πτυχίο μου
που  κρέμεται επάνω από το εφηβικό μου κρεβάτι .
Μου δόθηκε μια ευκαιρία και θα ήταν ανοησία μου να την πετάξω
για να νοιώσει καλά η Μαιρούλα, όμως δεν της λέω τίποτα από αυτά ,
τα ξέρει και θέλει να τα θυμάται με τον δικό της πάντα τρόπο …
που σημαίνει πως θυμάται ότι θέλει, όταν το θέλει !


Πρέπει να φύγω , έχω λίγα ακόμα να μαζέψω και να τσεκάρω
αν είμαστε έτοιμες για την αναχώρηση με την Λιλίκα μου αν
και τα περισσότερα πράγματα μας έχουν μπει σε κούτες που
μεταφέραμε στο υπόγειο της Μαιρούλας, αλλά η μανούλα μου
με σταματά  προτού φορέσω το παλτό μου.
«Περίμενε λίγο , έρχονται τα κορίτσια , θέλουν να σε χαιρετήσουν!»
Οι φίλες της, είναι πάνω κάτω στην ηλικία της σε ένα απροσδιόριστο
πάνω από τα πενηνταπέντε και κάτω από τα εκατό και μόνο όταν
κάποιο από τα κορίτσια στον Σύλλογο της Χειροτεχνίας αφήνει τον
μάταιο κόσμο ακούγεται η πραγματική της ηλικία! ( Η Δεσπούλα
τόσο νέα! Μα να την χάσουμε τόσο ξαφνικά ! Στα εκατόν δεκαεννιά!)
Αφήνω το παλτό μου και κάθομαι πάλι να περιμένω, δεν θέλω να
της χαλάσω το χατίρι αφού πάντα συμπαθούσα αυτή την επιλογή της
να γίνει μέλος στον Χειροτεχνικό Σύλλογο που η αλήθεια είναι πως
λίγη σχέση έχουν οι δραστηριότητές του με το όνομά του!
Μάλλον ούτε καν Σύλλογος δεν ήταν… μια ντουζίνα κυρίες είναι
που μετά την συνταξιοδότηση τους είχαν όλο τον χρόνο να είναι
μαζί  και η μόνη  χειροτεχνία που έκαναν είχε σχέση με τον μπαλαντέρ
και την ντάμα κούπα ενώ γνώριζαν όλους τους πουλμαντζήδες
κι  όλα τα κυλικεία και τα μοναστήρια της χώρας.
Σε αυτό τον Σύλλογο όμως η Μαιρούλα βρήκε την γυναικεία συντροφιά
που δεν είχε ποτέ. Γιατί πάντα το έλεγε πως οι φίλες καταστρέφουν
την  οικογενειακή ζωή, σε διαβάλλουν στην δουλειά σου, σου κλέβουν
τον άντρα αν και η δική της δουλειά ήταν τα οικιακά και ο πατέρας μου
δεν ήταν και η προσωποποίηση της έντονης δραστηριότητας σε όλους
τους τομείς και πάντα την κοιτούσε με λατρεία ή έστω …
με απόγνωση στα μάτια .
Ποτέ της όμως δεν απέκτησε καμία κολλητή κι όλες της οι επισκέψεις
σε γνωστές οικογένειες ήταν από τυπικές έως αδιάφορες.
Πραγματικά απόρησα όταν λίγο καιρό μετά τον θάνατο του μπαμπά
την είδα να  ανακατώνεται με μια άγνωστη γυναικεία ομάδα που
έπαιρνε σοβαρά την λέξη φιλία και γυναικεία αλληλεγγύη κι όχι μόνο
αυτό αλλά να γίνεται κι από τα πιο ενεργά μέλη  και να θέτει και σοβαρή 

υποψηφιότητα για την θέση της ‘Προέδρου’!

Κατά βάθος χαίρομαι πολύ γι αυτήν και  μένω ήσυχη πως  καθώς θα
φύγω η Μαιρούλα μου δεν θα είναι ολομόναχη  ,θα έχει ένα σωρό
φίλες να γεμίσουν το κενό που θα της αφήσει η Λιλίκα πρώτα
και μετά εγώ.
Αν και λείπω τόσα χρόνια από το πατρικό μου η Μαιρούλα έχει
μάθει να έχει κοντά της την Λιλίκα όλη σχεδόν την ημέρα που εγώ
λείπω στην δουλειά κι όσο κι αν γκρινιάζει που τις παραμελώ ξέρω
πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, δεν θα μπορούσα να γυρίσω σπίτι 
και να περιμένω να μας ζει εκείνη με την πενιχρή της σύνταξη ,
δεν θα  μπορούσα να φορτώσω και με αυτό την ήδη ένοχη συνείδηση μου.


Οι κολλητές της Μαιρούλας που ήρθαν τελικά ήταν  τρεις χαμογελαστές 

και πρόσχαρες  κυρίες  φορτωμένες με πακέτα  και με το που με είδαν 
με έκλεισαν στην αγκαλιά τους και δεν άργησαν να με πάρουν τα κλάματα.
Ειδικά όταν  μου έδωσαν τα δώρα που είχαν αγοράσει για το μωρό μου 

κι εμένα, ένα ροζ μπουφάν με επένδυση από λευκή συνθετική γούνα 
κι ένα  καμηλό ολόμαλλο παλτό δικό μου , δεν ήξερα πως  να τις 
ευχαριστήσω κι απόμεινα να φυσάω την μύτη μου και να μη ξέρω τι να πω!
« Δεν πιστεύω να θέλεις να εμφανιστείς στην νέα σου θέση
με αυτό το άθλιο ρούχο!» υψώνει την φωνή η  Αθηνούλα χήρα
Συνταγματάρχου κι όσο κι αν θέλω να υπερασπιστώ το χοντρό
μπλε σκούρο παλτό μου που το πήρα πριν κάτι χρόνια στις εκπτώσεις
στην μισή τιμή  κι έχει ξεθωριάσει στους αγκώνες ενώ προσπαθώ
να κρύψω κάτω από το κασκόλ μου κάτι απροσδιορίστου
προελεύσεως γκρίζους λεκέδες, δεν συγκρίνεται με τίποτα
με το δώρο που μου έκαναν και ξέρω πως η κ. Συνταγματάρχου
έχει δίκιο.
Όταν όμως  τις βλέπω να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πονηρές
ματιές και να μου δίνουν ένα χοντρό κίτρινο φάκελο που περιέχει
ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, το αρνούμαι με σθένος να τον  πάρω
γιατί  ξέρω πως αυτές οι γυναίκες δεν είναι καθόλου ευκατάστατες
κι όμως μάζεψαν τόσα χρήματα !
« Ένα μικρό δωράκι είναι χρυσό μου για τα πρώτα σας έξοδα ,
είμαστε σίγουρες πως θα το χρησιμοποιήσεις με σύνεση και
 για καλό σκοπό! » Πώς να φέρω αντίρρηση στην Αθηνούλα
όταν με κοιτά με εκείνο το αυστηρό ύφος , το ίδιο υποθέτω
που είχε και ο Συνταγματάρχης όταν έκανε επιθεώρηση στους
φαντάρους του και συνεχίζει ακάθεκτη  « τα παιδιά των φίλων μας
είναι και δικά μας παιδιά! Εξ άλλου εμείς δεν τα έχουμε τόσο
ανάγκη αυτά τα χρήματα όσο εσείς που θα φύγετε τόσο μακριά!»
Άντε πάλι αυτό το μακριά και τελικά παίρνω τον φάκελο
μπήγοντας και πάλι τα κλάματα καθώς με σφίγγουν όλες τους
συγκινημένες σε μια μεγάλη αγκαλιά.


Πιστεύω πως τώρα πια η μανούλα μου που δεν θα έχει να παίρνει 

την Λιλίκα από το σχολείο και να ασχολείται τόσες ώρες μαζί της, 
θα  περνά μαζί τους τις κενές ώρες της κάνοντας εντατικά μαθήματα στην μπιρίμπα! 
Αχ βρε Μαιρούλα…
σε βλέπω να παίρνεις και το πρωτάθλημα!



Συνεχίζεται_






23.10.12

Τέλος Φθινοπώρου





Φθινόπωρο ακόμα κι έκανε τόση ζέστη τα μεσημέρια,
πέταγε τα σεντόνια από πάνω της και κοίταζε με
βλέμμα αφηρημένο τα λευκά πτερύγια του ανεμιστήρα
που απλά ανακάτευαν τον ζεστό αέρα στο δωμάτιο
ενώ τα απογεύματα έβρισκε δροσιά κάτω από το πυκνό
φύλλωμα της μουριάς στην αυλή καθισμένη απέναντί του
αμίλητοι να διαβάζουν εφημερίδα και να πίνουν τον καφέ τους.
Ακόμα και χιόνι αν είχε πέσει εκείνη την ζεστή μέρα
δεν θα την είχε ξαφνιάσει τόσο όσο η πρόταση του
να κατέβουν στην παραλία το βράδυ.
Τόσες φορές του το έχει ζητήσει μέσα στο Καλοκαίρι,
τα βράδια που έτρωγαν μαζί και έπιναν δροσερό
λευκό κρασί ή όταν προσπαθούσε κρατώντας μια πετσέτα
γεμάτη παγάκια να δροσίσει το φλογισμένο δέρμα της.
Εκείνος το θεωρούσε ακραίο να αφήσουν το σπίτι τους
και να κοιμηθούν στην ακροθαλασσιά κι έτσι τώρα
που της το πρότεινε, δεν κάθισε να το σκεφτεί περισσότερο, 
ξέθαψε τον υπνόσακο από την αποθήκη, άρπαξε και
το ριχτάρι του καναπέ και τον ακολούθησε στο αυτοκίνητο.
Τον είδε να κάνει μια στάση στο περίπτερο της πλατείας
κι όταν γύρισε πέταξε στην αγκαλιά της μια τσάντα με
ένα πλαστικό μπουκάλι νερό και παγωμένα κουτάκια μπύρας ,
ενώ εκείνη τον κοίταζε αποσβολωμένη.
Από πότε έπινε μπύρα που πάντα έλεγε πως την σιχαινόταν?
Κάτι είχε το βλέμμα του, κάτι θλιμμένο, κάτι απόμακρο
κι εκείνη ένοιωθε τόσο ευτυχισμένη  μαζί του που
δεν ήθελε να ρωτήσει τίποτα για να μη χαλάσει αυτή
την μοναδική βραδιά … ήξερε πως όταν θα ήταν έτοιμος 
θα της μιλούσε για ότι βασάνιζε το μυαλό του.
Αυτή την νύχτα την ήθελε γεμάτη αγάπη, γεμάτη έρωτα
πλάι στο κύμα, να ξαναγίνουν τα παιδιά που
ήταν όταν γνωρίστηκαν και ξημεροβραδιαζόταν στις θάλασσες
και στα βουνά , αυτός, αυτή, η μηχανή του κι ένα
σακ βουαγιάζ …  δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο !
Μόνοι τους ήταν στην παραλία, αδειάζουν τ΄ ακρογιάλια
τον Σεπτέμβρη , δεν βρίσκεις πια παρέες τα βράδια
να κάθονται γύρω από τις  φωτιές που ανάβουν
με θαλασσόξυλα κι αυτές πετάνε γαλάζιες σπίθες
από το αλάτι της θάλασσας που κρύβουν μέσα τους.
Ξάπλωσαν στην άμμο κι έπιναν αμίλητοι , εκείνος να
την κρατά αγκαλιά με το ένα του χέρι, εκείνη
να χαζεύει τα αστέρια που χοροπηδούσαν στον ουρανό
και το φεγγάρι που σκόρπιζε ανάμεσα στα μικρά κύματα.
Δεν υπήρχαν λόγια παρά μόνο ήχος του νερού που έσκαγε
στα πόδια τους, ένας ήχος  επαναλαμβανόμενος, αργός,
όπως οι κινήσεις τους, όπως οι ανάσες κι όταν οι ανάσες
έγιναν κραυγές χάθηκε ακόμα κι αυτός από το πλάι τους
και βρέθηκαν σε ένα σκοτεινό πέλαγος να βυθίζονται σε
άγνωστα νερά.
Ξύπνησε την ώρα που χάραζε ένα γλυκό ρόδινο φως
στον ουρανό και είδε την αγαπημένη μορφή να κάθεται
δίπλα της, με ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα χείλη
και σηκώθηκε να τον αγκαλιάσει.
Ήθελε το πρωινό της φιλί, να νοιώσει την αλμύρα
της θάλασσας μέσα από τα χείλη του , να της πει
πόσο την αγαπάει , να του πει πόσο τον λατρεύει
μα όταν γύρισε να την κοιτάξει τα μάτια του ήταν
σκοτεινά, αγέλαστα … δεν τα γνώριζε αυτά τα μάτια!
Με προσμονή περίμενε τις λέξεις του, δεν ήθελε να ρωτήσει,
περίμενε όπως ήταν αναμαλλιασμένη, ερωτευμένη,
με τον ιδρώτα του ακόμα επάνω στο κορμί της
κι η φωνή του όταν μίλησε ήταν ένας βραχνός ψίθυρος
που μόλις και ακούστηκε .
-         Θέλω να χωρίσουμε.
Δεν κατάλαβε τι της είπε, δεν έφταναν οι λέξεις
στο μυαλό της έστω κι αν ζωγραφίστηκε ένα ερωτηματικό
στην άμμο μπροστά στα μάτια της.
Δεν θα του έλεγε τίποτα, ένοιωσε μόνο πως ήταν προδοσία
αυτή η νύχτα, σηκώθηκε ολόγυμνη  ευάλωτη μπροστά του
και μπήκε στην θάλασσα να τον ξεπλύνει από πάνω της ,
να διώξει τις λέξεις μακριά της κι η θάλασσα
άρπαξε την φουρτούνα της ψυχής της,
καθάρισε το κορμί και το μυαλό της .
Βγήκε, σκουπίστηκε με το  φόρεμά της, το φόρεσε
έτσι βρεγμένο όπως ήταν και πήγε  στον δρόμο.
Προσπέρασε το αυτοκίνητο που είχε σκεπαστεί
από την υγρασία της θάλασσας ενώ τον άκουγε
να μαζεύει βιαστικά τα πράγματα τους και να
της φωνάζει να τον περιμένει. Δεν τον περίμενε 
με μια κίνηση των χεριών του έκανε νόημα να μη
την πλησιάσει  και χάθηκε περπατώντας στην άσφαλτο
με τα λεπτά  σανδάλια της παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού.
Ήλπιζε όταν θα έφτανε σπίτι τους εκείνος να είχε ήδη φύγει. 
Έτσι απλά. 
Τόσο απλά.




                                                                       Levina

20.10.12

σταγόνα ζωής







εγώ
και ο τοίχος
τη ράχη μου ακουμπώ
να παρακολουθώ την βροχή
όχι εσύ είσαι
τις σταγόνες μια μια μετρώ
νερό που κυλά
σε τσίγκινη στέγη
βαρετά, μονότονα, εκνευριστικά
θυμήσου με
χάνομαι μέσα σε σένα
σαν σταγόνα κυλώ
φιλώ τη σάρκα σου
ελπίζω
ελπίζω ακόμα
χάνομαι και ξαναγυρίζω
και άλλη σταγόνα και άλλη
α σε πνίγω στα νερά μου
ένας είναι ο δρόμος
βροχή να γίνομαι
να πέφτω επάνω σου
να με τινάζεις  -  να σου προσφέρομαι
να ξαναγυρίζω -  να με κρατάς
να σε κυλώ στα σύννεφα '
θα με βρεις
στις θάλασσες κατακερματισμένη
σταγόνα να χάνομαι σε μονοπάτια
δασών ανάμεσα στις πευκοβελόνες
τις φωτιές από την σάρκα σου να σβήνω
την αγάπη σου να παντρεύομαι
και τους φόβους σου
μακριά να αποπέμπω
χωρίς να διαπραγματεύομαι
για  τον χώρο που στην χούφτα σου
μου δίνεις να σταθώ
γνωρίζοντας
πως διψασμένα επάνω μου θα σκύψεις
με τα χείλη σου θα με ακουμπήσεις
πίνοντας με σαν ελιξίριο ζωής 
ερωτευμένη να σε ξεδιψάω



                                                        Levina





17.10.12

Γράμμα πειρατικό






Λάθρα γράφω 
σαν πειρατής των δρόμων
και μετράω ανάσες
ανάσες κοφτές λαχανιασμένες
ανάσες πνιχτές σαν να κάνω έρωτα
ανάσες γαλήνιες λες και ξαπλώνω
κάτω από τον ήλιο ράθυμα
κι αφήνω τα πουλιά να κάθονται
στα γυμνά μου μέλη 
παραμένω ακίνητη μη και τρομάξουν'
και περνάνε τα μελτέμια κάτω από τις χαραμάδες
βροντάνε επάνω στα παραθυρόφυλλα
σφυρίζουν ανάμεσα στις σπασμένες σανίδες
στο πάτωμα αλλά εγώ ακόμα
τις ανάσες μου μετράω μαζί με τις λέξεις
που σου γράφω για σπίτια και αέρηδες
και δεν με νοιάζει αν τα δεις
λέξεις είναι
χτυπιόνται επάνω στα φύλλα του χαρτιού
που τσαλακωμένο θα το βάλω στην τσέπη μου
τσαλακωμένο θα φτάσει στα χέρια σου
και θα λερώσεις τα δάχτυλα σου
στο κόκκινο αποτύπωμα των χειλιών μου
ένα φιλί που έβαλα
εκεί κάτω στην γωνιά της σελίδας
ένα πειρατικό φιλί
κλεμμένο σαν ύστατος λόγος
σ΄ ένα τέλος που δεν ειπώθηκε ποτέ.



                                                Levina





16.10.12

τα βράδια που χάνομαι









Για τα βράδια θα σου πω, αυτά που χάνομαι
και κρύβομαι στο πάρκο με τα Πεύκα.
Αυτό το πάρκο που στέκεται  ήσυχα αθέατο
στην μέση μιας  πόλης που την γέννησαν
οι ρύποι των ανθρώπων και οι ήχοι των λόγων
Αυτό που οι θόρυβοι από τις μηχανές δεν
φτάνουν να θροΐσουν τα φύλλα των δέντρων του
Καλύτερα σαν νυχτώνει σου λέω
να κάνεις την βόλτα σου σ΄ αυτό παρά την μέρα
να παρακολουθείς την μελαγχολία του να στάζει 
σαν λερωμένο δάκρυ  στις άκριες των κλαριών


Οι φύλακες κλείνουν τις πόρτες μόλις σκοτεινιάζει
αλλά εγώ ξέρω μια γωνιά  κρυφή και χώνομαι
κάτω από το χαλασμένο συρματόπλεγμα όπως
τα αδέσποτα ζώα που μπαίνουν για να βρουν
καταφύγιο στις ρίζες των θάμνων ‘
έτσι κι εγώ αντάμα μ’ ένα γέρικο σκυλί
που με κοιτά καχύποπτα σέρνομαι
κάτω από τον φράκτη και μπαίνω
στον παράδεισο μιας νύχτας αφέγγαρης
μιας νύχτας άναστρης
μιας νύχτας κενής που την  ορίζει
ένας ξεθωριασμένος κίτρινος θόλος
από τα δυνατά φώτα της πόλης που
κρύβουν τον αληθινό ουρανό όπως
την ορίζουν και τα σιδερένια φανάρια
στις άκρες των μονοπατιών.
Στην πόλη το ξέρεις πια η νύχτα δεν  είναι νύχτα,
την υποθέτω πως υπάρχει γύρω μου
όπως κι οι σκιές που δημιουργούν φαντάσματα
και χέρια κλαριά απλώνονται να μ΄ αρπάξουν
μ΄ ένα βρυχηθμό μπλέκονται στα ιερόσυλα
βήματα που κάνω επάνω στο αιώνιο χώμα
Πικροδάφνες ανθισμένες αρώματα σκορπίζουν
μπερδεύονται με την αψιά μυρωδιά των ούρων
 αυτή την μυρωδιά που δεν μπορεί να την καλύψει
ούτε η νύχτα με τα σκοτάδια της.
Ούρα από αδέσποτα σκυλιά, αδέσποτες γάτες,
αδέσποτους ανθρώπους που αφήνουν  τα σημάδια τους, 
στα τσιμεντένια δρομάκια , στους κορμούς των δέντρων,
στο διψασμένο χώμα , μια μυρωδιά που σε ποτίζει
και αρρωσταίνει τους πυρήνες των κυττάρων σου

Περιμένω να δω άντρες και γυναίκες να έχουν
μπει κλεφτά  στο πάρκο  όπως κι εγώ , να
ομολογούν τον ερωτά τους σε κάποιο παγκάκι
αλλά το ανθρώπινο γένος δεν προλαβαίνει
ν΄ αγαπηθεί, είναι λιγοστός ο χρόνος ο ελεύθερος
κρύβονται πίσω από το δικό του δέντρο ο καθένας
κάνουν έρωτα επάνω στα παγκάκια που κρύβουν
στην σκέψη τους ‘ εικόνες από αναμνήσεις χρόνων’
λένε το σ΄ αγαπώ πίσω από τόνους μπετόν και σίδερα
χωρίς να τους αγγίζει το σκοτάδι , χωρίς να ψάχνουν
ν΄ ανακαλύψουν το φεγγάρι από ποια γωνιά φαίνεται
αυτό το φεγγάρι που σφραγίζει τους όρκους αγάπης.
Βιάζονται,  βιάζονται πολύ , τόσο πολύ σου λέω
που δεν προλαβαίνουν για να ζήσουν
κι όταν πεθαίνουν δεν προλαβαίνουν να τους θάψουν.


Ένας άντρας βγαίνει παραπατώντας μέσα
από τις σκιές των δέντρων, πίσω από τα κουρέλια του
διακρίνω την γυμνή του σάρκα, μεθυσμένος ή άρρωστος
τρελός θα είναι κι ένα κοπάδι από σκυλιά ξωπίσω του
τρέχει κι εκείνο πότε από εδώ, πότε από κει αλυχτώντας
Πολύ αργά για να τον αποφύγω’ με ρωτάει
 ––  τον ουρανό τον είδες ? που είναι ο ουρανός μου
γαμώ την πουτάνα μου?
Κάνω μια κίνηση απελπισίας με τους ώμους,
Λυπάμαι μα δεν ξέρω τι να απαντήσω
με κοιτά  με μάτια που κυλούν φαρμάκι κι απομακρύνεται
 ––  άι σιχτίρ 
τον ακούω να φωνάζει καθώς χάνεται στις σκιές
μαζί με το κοπάδι των σκυλιών ξωπίσω του
Κι αυτός την νύχτα του αναζητά χαμένος
ανάμεσα σ΄ ένα πλήθος ανώνυμο που παραπαίει
ανάμεσα στην γέννηση και στον θάνατο.


Παρακαλάω να πιάσει μια βροχή να με καθαρίσει
προτού περάσω και πάλι το συρματόπλεγμα
να πέσουν οι σταγόνες από τον ουρανό και να
παρασύρουν τα θροΐσματα , τα βουητά, τις λέξεις
Η ώρα πέρασε
ίσως και να ξημερώνει
τρέχω να προλάβω προτού ανοίξουν οι πόρτες
να φύγω να βγω στην λεωφόρο και μαζί μου
γλιστράνε κι άλλες  σκιές σαν εμένα μέσα από
τα σύρματα’ 
κανένας δεν κοιτάει κανέναν
σιωπηλοί χανόμαστε σε διαφορετικούς δρόμους
γεμάτοι ενοχές που κλέβουμε τα σκοτάδια
του πάρκου



                                                          Levina





10.10.12

η Χορταρένια





tumblr_mbhdh8cUud1rd7320o1_500



Χορταρένια  πλεγμένη από ξερά φύλλα
κλαριά μ΄ αγκάθια  κι ένα στεφάνι στα
λουλουδοπέταλα μαλλιά καμωμένο από
πλεγμένα φύλλα αγριλιάς  
κλαριά τσακισμένα στάζουν  χυμούς ζωής
σαν αίμα από φλέβες κομμένες ρέουν
ποτίζοντας  στέρφο  γκρίζο χώμα
ανάμεσα σε ψίθυρους  καλόβολων  παιδιών
που ροβολούν με κουρνιαχτό και ήχους
τραγουδιών από φιδίσιους δρόμους
ανάμεσα σε περιπλανώμενους διαβάτες  
καβάλα σε άτια περήφανα  κρατώντας
στο ένα τους χέρι δόρυ χρυσό και στο δεξί
τσεκούρι' απάνθρωπο αίμα και χολή να στάζει
ανάμεσα σε δέντρα χιλιόχρονα πανώρια
που σ’  απόκρημνους γκρεμνούς λικνίζονται 
και σε κοιλάδες' κατοικίες απόκοσμων μορφών
σε λίμνες δακρύων να καθρεφτίζονται
το πόδι απλώνει  η  Ιέρεια των ανθέων
σκορπίζοντας   στο διάβα της λεβάντες ,
μελισσόχορτα και μανδραγόρες
Ιέρεια δίχως ναό
Ιέρεια δίχως Θεό
προσφορά σε άλικο ουρανό ψυχή
να στάζει  ποτίζοντας κάθε φύτρα της
ανάμεσα σε στράτες γήινες κι επουράνιες
λάβαρο σηκώνει' σπόρο ζωής προσμένοντας
των καταχθόνιων τον αφανισμό στους χρόνους
τους επόμενους
Χορταρένια  καμωμένη  από φύλλα ξερά
αθόρυβα της προσμονής  δρόμους προσφέρει
φυλλομετρώντας της προδοσίας τις αμυχές.



                                                                                           Levina










6.10.12

ψευδαισθήσεις



                                                                                                                                            valeriesphotography.com




οι ψευδαισθήσεις μου ελπίδες μακρινές
άπληστα τις νύχτες να ρουφάω
της μοναξιάς μου τον ιδρώτα
κι οι  σταγόνες του καυτές 
κάρβουνα που φυλάω αναμμένα
εντός μου
κι όταν στου πόνου τον παροξυσμό εγώ σφαδάζω
εσύ με θάλασσες το στόμα να μου βρέχεις
ξανά και ξανά
σε έναν αέναο κύκλο
-σώπα
κι  εσύ να μου φωνάζεις σώπασε
-σώπασε
και άλλαξε η γη μου λες δεν θα γυρίζει πια επίπεδη θα γίνει
με μιαν ανάσα να την τριγυρνάς
-σώπασε
και οι γαλαξίες στα πόδια σου θα σωριαστούν προσκύνημα
σεβαστικό  στην ύπαρξή σου την αιώνια
-σώπασε
τα αστέρια κατρακυλήσανε στο στόμα, στα μάτια σου,
κομμάτια σπάνε για το δικό σου το γυμνό κορμί
-σώπασε
κι όλα για χάρη σου θ΄ αλλάξουν ’ στο έρεβος
θα βυθιστεί η μήτρα που γεννά πληγές κι εγώ
στο πλάι σου θα μείνω
θεματοφύλακας των ευχών σου των ονείρων σου φρουρός.
-σώπασε κι αποκοιμήσου
Αυτά μου φώναζες
μα
ψευδαισθήσεις ήτανε


                                                                                                                                     Levina