1.11.12

Κάθε τέλος ... μια αρχή ( μέρος γ' )


Περίληψη προηγουμένων_
Η Αντιγόνη είναι μια νέα γυναίκα που ζει μόνη με την κόρη της έχοντας την βοήθεια της μητέρας της, με αρκετές άστοχες κινήσεις στην ζωή της έχει βρεθεί σε αδιέξοδο μέχρι που έρχεται ο διορισμός της να διδάξει
στο σχολείο ενός ορεινού χωριού της Κρήτης. Παρακολουθούμε την ημέρα της αναχώρησης για τον τόπο του διορισμού της και την βλέπουμε να έχει όλες τις φοβίες και τις ανασφάλειες που θα είχε κάθε
φυσιολογικός άνθρωπος μπροστά στο άγνωστο.


 
Λίγους μήνες μετά





Κάθομαι στο προαύλιο του Σχολείου , πίσω από πράσινη κουρτίνα
που έχουμε στήσει για παραβάν και πρώτη φορά νοιώθω να έχω
τόσο άγχος, ούτε στον οδοντίατρο δεν έτρεμαν τόσο πολύ τα
γόνατα μου καθώς είμαι περιστοιχισμένη από έντεκα πιτσιρίκια που
χοροπηδάνε γύρω μου περιμένοντας  οδηγίες .
Αναρωτιέμαι πως θα τα καταφέρω να τα βγάλω πέρα μέχρι
το τέλος δίχως να καταρρεύσω από το άγχος εκεί στην μέση
της αυλής και να γελάει μαζί μου όλο το χωριό που έχει έρθει να
παρακολουθήσει τις γυμναστικές μας επιδείξεις .
Όχι ψέματα, το ξέρω πως κανείς δεν θα γελάει μαζί μου, θα τρέξουν όλοι
να βοηθήσουν και θα τσαλακωθούν οι στολές των παιδιών, θα γίνει
ένας πανικός, θα χαλάσουν οι επιδείξεις εξ αιτίας μου! 
… μα τι βλακείες σκέφτομαι τέτοια ώρα?
Σύνελθε Αντιγόνη!


Παίρνω βαθιά ανάσα,  και ρίχνω μια κλεφτή ματιά στην αυλή που η
Δευτέρα Τάξη της Λένας κάνει το δικό της πρόγραμμα με  ασκήσεις
εδάφους.
Τα παιδιά παίζουν με κορδέλες και στεφάνια κάνοντας πολύπλοκους
σχηματισμούς κι ανάμεσα τους είναι κι η Λιλίκα μου ντυμένη με το
φούξια κορμάκι της , αυστηρά προσηλωμένη στο πρόγραμμα της
δεν σηκώνει καν τα μάτια για να δει την γιαγιά Μαρία που την
καμαρώνει από τις πρώτες θέσεις παρέα με την Μαιρούλα που
βγάζει συνεχώς φωτογραφίες. Βλέπω γελαστά πρόσωπα,
φλας να ανάβουν αποθανατίζοντας  την κάθε στιγμή των παιδιών,
τα βίντεο να έχουν πάρει φωτιά κι εγώ με τα Τριτάκια μου
περιμένουμε την σειρά μας με αγωνία .


Πόσο διστακτικά έφτασα σε αυτό το μικρό χωριό, πόσο φοβισμένη
κατέβηκα από το λεωφορείο κρατώντας σφιχτά το χέρι της Λιλίκας
και  πως μας κοιτούσαν  τόσο περίεργα , ώστε  ένιωθα τα μάτια τους
να κολλάνε επάνω στο παλτό μου, να χώνονται μέσα στο δέρμα μου ,
να ψάχνουν τις σκέψεις μου.
Για λίγο καθίσαμε να πάρουμε μια ανάσα στο πρακτορείο που ήταν
και το καφενείο του χωριού κι όταν ρώτησα πως θα βρω το
Δημοτικό Σχολείο, αμέσως μαθεύτηκε «η κυρά Δασκάλα ήρθε»
και τα βλέμματα γλύκαναν, ερχόταν να μας χαιρετήσουν, να μας
κεράσουν, να μας καλωσορίσουν.


Αφήσαμε εκεί στο καφενείο τα πράγματα μας μέχρι να βρω άκρη
με το σχολείο, να παρουσιαστώ στον Διευθυντή για να πάρω οδηγίες
κι εκείνη την ημέρα γνώρισα και την Λένα την δασκάλα που είχε
αναλάβει την Δευτέρα τάξη που θα πήγαινε η Λιλίκα.
Εκείνη είχε ήδη δυο χρόνια στο χωριό, ήταν βετεράνος μπροστά
στα μάτια μου και δεν ήξερα αν έπρεπε να απελπιστώ εντελώς
όταν άρχισε να κουνάει με αποδοκιμασία το κεφάλι της όταν έμαθε
πως δεν είχαμε κλείσει κάποιο δωμάτιο για να  μείνουμε «  Θα
μπορούσαμε να μείνουμε σε κάποιο ξενοδοχείο» ήταν η δική μου
άποψη που έφερε παροξυσμό γέλιου στην καινούργια μου φίλη …
το κοντινότερο μέρος που διέθετε ξενοδοχείο απείχε κανένα δίωρο!


Όπως ήταν φυσικό για μια ακόμα φορά τα είχα κάνει χάλια  καθώς
είχα πλάσει την εικόνα στο μυαλό μου πως θα βολευόμασταν άνετα
για λίγο σε κάποιο ξενοδοχείο μέχρι να βρούμε ένα σπιτάκι να
νοικιάσουμε, μόνο που ούτε ξενοδοχείο υπήρχε στο χωριό, ούτε
περίσσευαν σπίτια για νοικίασμα και οι άλλοι δάσκαλοι έμεναν
σε νοικιασμένα δωμάτια.
 « Θα σε πάω στην κυρά Μαρία γι  απόψε κι από αύριο βλέπουμε
τι θα κάνουμε με την περίπτωση σου!» βρήκε την λύση η Λένα κι
ορίστε που ανησυχούσα κι άρχισα να γελάω ανακουφισμένη
« Μη χαίρεσαι, δεν ξέρεις τι δράκαινα είναι, ο θεός να σε φυλάει 
αλλά  μένει μόνη της σε ένα τεράστιο σπίτι  κι όλο και κάποιο
δωμάτιο θα έχει να σε βάλει , έμενα κι εγώ εκεί  πέρσι  αλλά ήταν
πολύ παράξενη, δεν την άντεξα» Το γέλιο μου κόπηκε  αλλά όταν
έχεις πάρει master στην παραξενιά από μια Μαιρούλα η δράκαινα
της Λένας θα με φόβιζε?


Το σπίτι ήταν στην άκρη του χωριού, ένα πέτρινο δίπατο με μια
τεράστια αυλή μπροστά . Από την είσοδο μέχρι το σπίτι ήταν
παραταγμένοι σαν στρατιωτάκια  ντενεκέδες λαδιού , βαμμένοι
κατάλευκοι κατάφορτοι με λουλούδια .
Και τότε την είδα να στέκεται στο κατώφλι και να μας παρατηρεί ,
δράκαινα όχι αστεία! Ψηλή , μαυροφορεμένη με γκρίζα μαλλιά,
πρόσωπο βλοσυρό , μάτια κατάμαυρα που πέταγαν φωτιές και στόμα
σφιγμένο πεισματικά που αρνιόταν να χαμογελάσει .
Θα είχα κάνει μεταβολή να φύγω τρέχοντας αλλά να φοβηθώ
μια ηλικιωμένη γυναίκα ήταν γελοίο γι αυτό προχώρησα με θάρρος, 
καλά αστεία λέμε τώρα, δεν είχα καθόλου θάρρος, έτρεμα ολόκληρη,
αλλά ήθελα να παραστήσω την γενναία  στην Λιλίκα που έχει
πιάσει σφιχτά το χέρι μου και κοιτά με τρόμο τον δράκο που
μας περίμενε να πλησιάσουμε.


Δεν κατάλαβα  τι ήταν εκείνο που την έκανε να χαμογελάσει,
το τρομαγμένο ύφος μου? Η Λιλίκα που κρυβόταν στις δίπλες
του παλτού μου και φαινόταν μόνο η κορφή του κεφαλιού της
και το ένα μάτι που κοιτούσε κρυφά? Το κουνέλι που κρεμόταν
σαν πτώμα  στην αγκαλιά της?
Πάντως χαμογέλασε κι  ένα χέρι με σκληρούς κάλους έσφιξε
το δικό μου και μας καλωσόρισε στο σπιτικό της.
Αντί για καφέ μας έστρωσε τραπέζι κι άρχισε να κουβαλά ένα σωρό
πιάτα λες και μας περίμενε κι εμείς ξεθεωμένες από το ταξίδι
και την ταλαιπωρία της ημέρας δεν σκεφτήκαμε καν να φέρουμε
αντίρρηση κι  εκείνη μπούκωνε την κόρη μου που έτρωγε λες
κι είχα να την ταΐσω δέκα μέρες!
Η Λένα έφυγε , πήγε στο χωριό να στείλει τα πράγματα μας ,
ήταν βέβαιο πως δεν θα φεύγαμε πια από αυτό το σπίτι αν και
δεν είχαμε συζητήσει ούτε για ενοίκιο, ούτε για το που θα κοιμόμασταν .

Η κυρά Μαρία μας έδωσε όλο το ισόγειο να μένουμε με την Λιλίκα,
δυο κάμαρες που στην κάθε μια θα μπορούσα να στριμώξω
 όλο το διαμέρισμα που μέναμε  στην Αθήνα, με μπάνιο τεράστιο
«κοίτα μαμά , ολόκληρη μπανιέρα έχει εδώ!» και κουζίνα που όσο
έμεινα εκεί δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω ποτέ αφού ανέλαβε
και την διατροφή μας γιατί «εσείς οι Αθηναίες δεν ξέρετε να μαγειρεύετε
και το παιδί πρέπει να τρώει καλά κι εσύ πετσί και κόκαλο  είσαι!» , όσο
για ενοίκιο , έμεινα άφωνη όταν μου ζήτησε σχεδόν τα μισά από όσα
πλήρωνα στο προηγούμενο σπίτι .
Ήταν πολύ καλύτερα από όσο μπορούσα να το φανταστώ .
Μια ζωή τόσο διαφορετική από όσο είχα ζήσει .


Το  βράδυ, όταν βάζω την Λιλίκα στο καινούργιο της κρεβάτι για ύπνο,
αγκαλιάζει τον  Μπάνυ  και  με νυσταγμένο ύφος μου ψιθυρίζει
«μη φύγουμε μαμά από εδώ μου αρέσει η γιαγιά Μαρία»
Ούτε κατάλαβα πότε  προβιβάστηκε η κυρά Μαρία σε γιαγιά Μαρία!
Μάλλον τις ώρες που την κρατούσε αγκαλιά και την μπούκωνε
ξεροτήγανα και τραγανές πατάτες ή όταν της έδωσε μια χειροποίητη
πλεγμένη παιδική κουβερτούλα για να τυλίξει το κουνέλι της?


Αργότερα καθόμαστε με την γιαγιά Μαρία μέχρι τα μεσάνυχτα
πλάι στην ξυλόσομπα  μασουλώντας φρέσκα καρύδια και
πίνοντας σπιτικό κρασί .
Το ξημέρωμα μας βρίσκει ακόμα να συζητάμε και το περίμενα
πως κάποια στιγμή θα έφτανε η ώρα της ερώτησης
«ο άντρας σου θα ΄ρθει?» και αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να
ανοίξω τα παράθυρα της ζωής μου και να της πω χωρίς περικοπές
από πού ερχόμουν και ποια ήμουν .
Εκείνη κούνησε αδιάφορα τους ώμους «τα λάθη για τους
ανθρώπους είναι» σα να μη της είχε κάνει τίποτα εντύπωση
κι από τότε δεν μας άφησε από τα χέρια της, έτσι απέκτησα
μια δεύτερη Μαιρούλα να μας προσέχει κι η Λιλίκα απέκτησε
μια ακόμα γιαγιά, που την ακολουθούσε σαν σκυλάκι όπου πήγαινε.
Μαζί της η ζωή ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από όσο μαζί μου,
γιατί η γιαγιά Μαρία «έπλεξε και παλτό στον Μπάνυ μαμά και ξέρει
και κάνει τις πιο ωραίες τηγανιτές πατάτες ,μου λέει ξένα τραγούδια
(οι Κρητικοί ιδιωματισμοί φάνταζαν ξένες γλώσσες για εκείνη)
και με πάει και βόλτες στα ζωάκια να παίζω» τα ζωάκια ήταν οι κότες
που είχε η γιαγιά Μαρία στην πίσω αυλή , κατσίκες και πρόβατα που
έβοσκαν παντού γύρω από το χωριό και που η κορούλα μου δεν είχε
δει ποτέ της μέχρι τότε παρά μόνο σαν ζωγραφιές στα παραμύθια.


«Είστε καλά κυρία Αντιγόνη, είναι έτοιμα τα παιδιά?»συνέρχομαι από
το ονειροπόλημά μου και βλέπω τον κ. Διευθυντή να με κοιτά ανήσυχος.
«Μάλιστα , μια χαρά  όλα, μην ανησυχείτε καθόλου» Ρίχνω μια κρυφή ματιά
στην αυλή νομίζοντας πως έχει φτάσει η σειρά μας και  δεν το έχω καταλάβει ,
όμως το πρόγραμμα της Δευτέρας θέλει ακόμα δέκα λεπτά για να τελειώσει.
Η Λένα δίνει τα παραγγέλματα και βλέπω όλο το άγχος που ζωγραφίζεται
στα μάτια της για τα παιδιά της. Άραγε κι εγώ το ίδιο βλέμμα έχω?
Μάλλον γιατί βλέπω την γιαγιά Μαρία να με κοιτά επίμονα και να μου
γνέφει καθησυχαστικά . Της στέλνω ένα φιλί για να μην ανησυχεί και
γυρίζω ν’ ασχοληθώ με τις τελευταίες λεπτομέρειες.


Ξέρω πως κι εκείνη σήμερα έχει πολύ αγωνία, όχι μόνο για το αν
θα τα πάει καλά η Λιλίκα μας ή πως θα τα βγάλω πέρα στις πρώτες μου
γυμναστικές επιδείξεις , περιμένει τον γιο της, μετά από τρία χρόνια
που έχει να τον δει και είναι τόση η χαρά της που όλη την χθεσινή μέρα
την περάσαμε στην κουζίνα να ετοιμάζουμε τα φαγητά  της σημερινής
γιορτής. Γιατί αυτή η μέρα είναι για όλες μας γιορτή.
Για την γιαγιά Μαρία, για την Μαιρούλα , για την Λιλίκα μας, για εμένα,
για εκείνον που έφυγε θυμωμένος με την μητέρα του πριν χρόνια
και επιστρέφει.

………………………………….
« Τόσα χρόνια σε ένα άδειο σπίτι, στερημένο από γέλια, από γιορτές,
τραπεζώματα.  Έφυγε  αδικοχαμένη η Φωτεινή μου κι  έμεινε
η σκιά της να βαραίνει τις ζωές μας, να σέρνεται πάνω στους τοίχους,
να αρπάζεται απ΄ τους φράκτες, να μη θέλει να μας αποχωριστεί
και την άκουγε ο κύρης της, την έβλεπε τα βράδια να τριγυρίζει κάτω
στην αυλή και να τον καλεί κοντά της κι αυτός δεν το άντεξε, κάποια
βραδιά την ακολούθησε κι από τότε σαν τον πήρε μαζί της ηρέμησε
η ψυχή της και χάθηκαν κι οι δυο αφήνοντας μας ολομόναχους
κι αυτό το παιδί να μη θέλει να κάτσει κοντά μου.
«Στοίχειωσε το σπίτι μάνα» να μολογά και να θέλει να φύγει μακριά
να βρει  σε άλλο μέρος την τύχη του. Πώς να το σταματήσω, να του
κόψω τον δρόμο και έτσι του ‘δωσα την ευχή μου κι απόμεινα  μονάχη
στις άδειες κάμαρες. Μόνο τα γράμματα του είχα για συντροφιά
μα πώς να γεμίσει η καρδιά με λέξεις σκαλισμένες στο χαρτί?
Χρόνια πέρασαν, αραίωσαν και τα γράμματα, μόνο στο τηλέφωνο
ν΄ ακούω την φωνή του και  πώς να καταλάβω αν είναι καλά μέσα
από τις γραμμές?
Σαν  ήρθε κάποτε να με δει  ήθελε να με πάρει μαζί του , εκεί
που είχε ριζώσει εκείνος, στην πόλη … μου μίλαγε για την ζωή του,
για το σπίτι του, για τις σπουδές που έκανε και πως είχε προκόψει 
σε όλα του, πως τίποτα  δεν θα μου έλειπε μα και εδώ που ήμουν
πάλι τίποτα δεν μου έλειπε, μόνο εκείνος ήταν μακριά μα και
πώς να πισωγυρίσει πια στο χωριό ! Δεν τον χώραγε πια ο τόπος,
μικρός του έμοιαζε .
Διαφορετικές οι ζωές μας και θύμωσε σαν του το είπα. Θυμωμένος
έφυγε  μαζί μου « δεν θα μπορώ να βρω ησυχία, την έννοια σου
θα έχω που θα σαι μονάχη εδώ» δεν κατάλαβε πως σαν αυτός
δεν είχε θέση στο χωριό μας έτσι κι εγώ δεν είχα θέση στην
πόλη του. Μήνες έκανε να μου τηλεφωνήσει , με έβαλε τιμωρία
που δεν είχα την θέληση να τον ακολουθήσω …
Ήρθε αυτό το κορίτσι  και γέμισε φωνές και γέλια πάλι το σπίτι
κι ας το είχα πάρει απόφαση να μη ξαναδώσω δωμάτιο σε κανέναν
ξενομερίτη παρά μόνο σε ανάγκη. Δεν τις μπορώ τις ερωτήσεις
κι οι ξένοι θέλουν όλα να τα μαθαίνουν.
Μα σαν τις είδα να ‘ρχονται, εκείνη τόσο αδύνατη σαν το κλαρί
της μουριάς με φοβισμένο βλέμμα , να κρατά το κοριτσάκι της
από το χέρι, κατάξανθο σαν την Φωτεινή μου στα παιδικά τα της,
με ένα βρώμικο κουνέλι αγκαλιά ράγισε η καρδιά μου, πώς να
τις αφήσω να φύγουν? Φτερούγισε η ψυχή μου με το παιδί σαν
κάθισε στην ποδιά μου, όλα θα της τα ‘δινα αν μου τα ζήταγε
φτάνει να την κρατούσα κοντά μου, τόσο χάρηκα  κι όταν
η δασκαλίτσα άρχισε να μιλά χωρίς περιστροφές να μου λέει
για την ζωή της ένοιωσα πως ένα χέρι έψαχνε να την ακουμπήσει,
να της δώσει κουράγιο, προστασία ήθελε κι ας μη το παραδεχόταν.
Τζάμπα θα τις κρατούσα στο σπίτι , ότι ήθελε να το χει, μα ήταν
περήφανη και θα ήταν προσβολή να της το πω ,γι αυτό παίρνω
τα λεφτά  που μου δίνει , μα δεν έχω αγγίξει ούτε δεκάρα από αυτά,
άνοιξα βιβλιάριο για το κοριτσάκι της κι όταν φτάσει η ώρα θα το
μάθει και θα μου θυμώσει. Θα το συζητήσουμε πρώτα με την
μάνα της, εκείνη θα καταλάβει και μετά θα δούμε πως θα της
το πούμε.
Πόση χαρά είδα πια και τώρα που γυρίζει το παιδί μου,
Παναγιά μου τι περισσότερο να θελήσω?»_
 ................................................................


Έτοιμοι? Ρωτάω και βλέπω γύρω μου τα ξαναμμένα προσωπάκια ,
τα ματάκια που γυαλίζουν από προσμονή . Περιμένουν το σύνθημα…
« Εμπρός καμάρια μου» φωνάζω και βγαίνω μαζί τους στην αυλή …
τα αγόρια μου είναι τα  σκυλάκια και τα κορίτσια οι  γατούλες
και να οι τούμπες στα στρώματα και τα κυνηγητά ανάμεσα
από τα στεφάνια … ένα μήνα ράβαμε στο σαλόνι της γιαγιάς Μαρίας
τις στολές των παιδιών, ερχόταν από το πρωί οι μανάδες , πέντε
ραπτομηχανές δούλευαν μέχρι αργά τα απογεύματα για
να ετοιμαστούν όλα για την γιορτή αυτή.
Για μισή ώρα έτρεχα μαζί τους πάνω κάτω, τους δίνω
τα παραγγέλματα, τους θυμίζω τις σειρές κι όταν κάναμε
το εντυπωσιακό μας φινάλε με το διπλό άλμα της Γιωργίας
επάνω από τις πλάτες των αγοριών και άκουσα το ζεστό χειροκρότημα 
επιτέλους όλα τελείωσαν κι αναστέναξα ανακουφισμένη , καταϊδρωμένη
ευτυχισμένη !


Η γιορτή μας τελειώνει με τους παραδοσιακούς χορούς.
Ανάμεσα στα παιδιά  και η Λιλίκα ντυμένη Κρητικοπούλα με την
φορεσιά που της έδωσε η γιαγιά Μαρία.
Την έβγαλε κλαίγοντας από το σεντούκι που έχει στην κάμαρα της
και την φόρεσε στην κόρη μου «της Φωτεινής μου ήταν μα τώρα σου
ανήκει καρδιά μου» και η Λιλίκα πέταξε στην άκρη τον Μπάνυ και
καμάρωνε στους καθρέφτες χωρίς να την αποχωρίζεται για μέρες
περιμένοντας την γιορτή να χορέψει ανάμεσα στα άλλα παιδιά .
Η γιαγιά Μαρία παρέα με την Μαιρούλα καμαρώνουν κλαίγοντας
για τους δικούς της λόγους η κάθε μια και συνάμα γελάνε με τα
σκέρτσα των παιδιών και χτυπάνε παλαμάκια στον ρυθμό
της μουσικής  κι εγώ πάω να καθίσω ανάμεσά τους και τις αγκαλιάζω .
Είναι οι μαμάδες μου.


«Ο Κωσταντής , ο Κωσταντής ήρθε» φωνάζει η γιαγιά Μαρία
και μας δείχνει έναν νέο γελαστό άντρα που στέκεται παράμερα ,
ανάμεσα στον κόσμο και  κουνάει το χέρι του χαιρετώντας προς
το μέρος μας. Επιτέλους, εμφανίστηκε ο άνθρωπος για τον οποίον
ξέρω τα πάντα  αφού η μάνα του δεν σταματά να μιλά γι αυτόν !


Η ματιά του μας αγκαλιάζει όπως καθόμαστε όλες μαζί και
τελικά καρφώνεται επάνω μου.


Για λίγο μένουμε ξαφνιασμένοι να κοιταζόμαστε, σαν να σταμάτησε
η μουσική, σαν να σταμάτησε η καρδιά μου,  σαν να θόλωσε η αυλή,
σαν να χάθηκαν όλα ένα γύρω και μόνο το χέρι της γιαγιάς Μαρίας
που με σκουντάει στα πλευρά με συνεφέρνει.
«Είδες λεβέντη γιο που έχω?» με ρωτά και διακρίνω μια πονηρή λάμψη
στα μάτια της.
Θέλω να γελάσω δυνατά, με πνίγει αυτό το γέλιο που είχα ξεχάσει
πως είναι  .
Θα έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το Καλοκαίρι σκέφτομαι ‘
η ζωή είναι τόσο όμορφη … ξανασκέφτομαι
και θέλω να φιλήσω όλο τον κόσμο !


Νομίζω πως ξέρω  από ποιόν θα αρχίσω … τα φιλιά !




                                                                                Τέλος

 


12 σχόλια:

  1. Επιτέλους χάρηκα σαν να ήταν το δικό μου κορίτσι,αλλά δεν σου κρύβω πως καθ' όλη τη διάρκεια που διάβαζα έκλαιγα. Και ήταν κλάμα χαράς.
    Όταν οι πονεμένοι άνθρωποι σμίγουν ξέρουν πως να απαλύνει ο ένας τις πληγές του άλλου.
    Και πως ξέρουν αυτές οι μεγάλες γυναίκες να περιποιούνται τους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο νομίζω ότι γλυτώνουν από το να προσπαθούν να γλυκάνουν τον πόνο του άλλου με λόγια. Γιατί το φαγάκι τους, το κέρασμά τους, η φροντίδα τους εμπεριέχει και όλα τα αισθήματά τους, που ξεχυλίζουν μέσα από μυρωδιά φρεσκοψημένου φαγητού, κολλαρισμένων σεντονιών, ενός γλυκίσματος δίπλα στο επιμελημένο καφεδάκι, μιας κουβέντας δίχως άγχος.
    Και τώρα που μεγαλώνω αναρωτιέμαι άραγε εγώ θα μπορέσω να έχω μια αγκαλιά ανοιχτή πάντα για όλους; Βλέπεις εγώ μέχρι τώρα αυτή την αγκαλιά δεν την ένοιωσα... παρά μόνο λίγες φορές από εκεί που δεν το περίμενα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Φλώρα μου
      Όπως το λες το σκέφτηκα κι εγώ, πως οι μεγάλες γυναίκες που έχουν βιώσει τα μύρια ή θα έχει γίνει πέτρα η καρδιά τους ή θα είναι μια τεράστια αγκαλιά που θα αναγνωρίζει και θα δέχεται ανεπιφύλακτα κάθε πονεμένη ψυχή.
      Και είμαι σίγουρη πως εσύ και μετά από πολλά χρόνια θα είσαι η ίδια γλυκιά γυναίκα που είσαι και σήμερα και θα έχεις να προσφέρεις πολλά .
      Σ΄ ευχαριστώ που είχες την υπομονή να διαβάσεις το μικρό μου διήγημα και να μου γράψεις ενθαρρυντικά λόγια γι αυτό.
      Σου εύχομαι καλό Σαββατοκύριακο!

      Διαγραφή
  2. Συνεχίζω την ανάγνωση με αμείωτο ενδιαφέρον...
    ακολουθώ την Αντιγόνη σε κάθε της βήμα, κάθε της βλέμμα...
    Λεβίνα σ' ευχαριστώ για τούτη τη χαρά της ανάγνωσης!
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ ευχαριστώ πραγματικά hana μου
      που είχες την υπομονή να διαβάσεις αυτό το μικρό διήγημα,
      με παρέσυρε κι εμένα η Αντιγόνη και την ακολούθησα με
      περιέργεια για να δω που θα με βγάλει κι αν δεν χρειαζόταν
      η οικονομία των λέξεων σε ένα μπλοκ θα είχε πολλά να μου
      πει ακόμα, για όσα έζησε, για όσα θα ζήσει.
      Σε φιλώ και σου εύχομαι καλό Σαββατοκύριακο !

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος2/11/12, 11:55 π.μ.

    Καλημερα γλυκια μου!
    Οπως καταλαβαινεις...ακολουθησα κατα ποδας την Αντιγονη και εγω.... γελασα, εκλαψα, πονεσα μαζι της, μα και γλυκαθηκα!!!
    Θελει υπομονη ρε γμτ η ζωη, μα μετα ολα ερχονται και γλυκαινουν....θελει αυτη τη ρημαδα την υπομονη!!!
    Να κανεις κουραγιο να περασει το κυμα και μετα θαρθουν καλυτερες μερες! (ως το επομενο κυμα...)

    Εγω δεν ειμαι καλη ουτε γνωστης φωτισμενος ουτε σπουδαγμενη να μιλαω για το υφος που ειναι γραμμενο κατι ή για τον τροπο διαρθρωσης ,κλπ,κλπ...
    Εχω ομως μια καρδουλα που νιωθει απο μεσα τα πραγματα και σου λεω οτι ηταν ΥΠΕΡΟΧΟΟΟΟΟ!!!!!

    Αχ, φιλακια καλη μου μαγισσουλα!

    Vailie*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα σου πω πρώτα ένα ευχαριστώ που ακολούθησες την Αντιγόνη μαζί μου σε αυτό το μικρό οδοιπορικό στο πριν και στο τώρα και στην ελπίδα της για το μέλλον και που ξέρεις? Ίσως την ξαναδούμε αργότερα ! Όπως το λες η γλύκα έρχεται σε κύματα όπως έρχεται και η πίκρα και ούτω καθ΄ εξής στην πορεία της ζωής … και μετά το δηλώνω πως δεν είμαι φωτεινός παντογνώστης, ούτε εγώ είμαι σε θέση να κρίνω κανέναν στο ύφος και στον τρόπο γραφής του, αφήνω την σκέψη να ακολουθεί την καρδιά και … ότι προκύψει!
      Σε φιλώ και σου εύχομαι ένα όμορφο Σαββατοκύριακο !

      Διαγραφή
  4. Μη δω με άλλην τον Κωνσταντή, τον έφαγα ! χαχαχαχα

    Υπέροχο !

    Σε γεμίζει ευχάριστη διάθεση στο τέλος και το αφήνεις με ένα αισιόδοξο χαμόγελο.

    Απλό, όμορφο, καθάριο... Κυλά σαν γάργαρο νερό.
    Όταν κάποτε σου προλογίσω κανενα βιβλίο (τόλμα να μου αρνηθείς ! ) με αυτη την φράση θα αρχίσω : Η ομορφιά της απλότητας !

    Καλό σου μήνα Λεβινάκι !


    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για τον Κωνσταντή δεν σου υπόσχομαι τίποτα, ίσως αργότερα όταν ξανασυναντήσουμε την Αντιγόνη μας εξιστορήσει την συνέχεια :))

      Όμως σ΄ ευχαριστώ πολύ που είχες την υπομονή της ανάγνωσης ενός τόσο μεγάλου κειμένου, όπως σ΄ ευχαριστώ και για τα καλά σου λόγια!

      Να είσαι καλά
      Καλό Σαββατοκύριακο καλέ μου Gip!

      Διαγραφή
  5. Μπορώ να πάω τώρα ήσυχη για ύπνο.. Διάβασα και το τελευταίο μέρος της όμορφης ιστορίας σου και χάρηκα με το αισιόδοξο τέλος. Σαν παραμυθάκι κύλησε.. Σε ευχαριστώ για τη συγκίνηση που μου προσέφερε το κείμενο σου Levina. Καλό Νοέμβρη να έχεις. Γλυκιά καληνύχτα από εμένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. marie μου
      ξέρω πως είναι άθλος το να έχει κάποιος την υπομονή να διαβάσει ένα μεγάλο κείμενο στα blogs και θέλω να σε ευχαριστήσω για την υπομονή σου να το κάνεις !
      Μια αισιόδοξη νότα το σχολιό σου :)
      Σε φιλώ
      καλημέρα να έχεις !

      Διαγραφή
  6. Σε βεβαιώνω πως είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι που να με γέμισε τόσο πολύ από κάθε πλευρά. Ο τρόπος που αφηγείσαι δίνει στην υπόθεση το βάθος εκείνο που δίνει και η ίδια η ζωή. Κάθε σκηνή την είδα, κάθε λέξη την άκουσα.
    Όταν ήρθε ο Κωσνταντής χάρηκα λες και ήταν γιος μου αλλά και η Ατιγόνη κόρη μου, αν είναι δυνατόν!
    Να είσαι πάντα καλά να μας πλουτίζεις την ψυχή με την γραφή σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ ευχαριστώ Χριστοφόρε μου και για την υπομονή σου και για τα καλά σου λόγια … πραγματικά η ίδια ή ζωή δίνει το έναυσμα για όλα και σίγουρα η ίδια γράφει τα πιο ευφάνταστα και μοναδικά σενάρια … έχω πάψει πια να αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια κάτι που διαβάζω και μου φαίνεται υπερβολικά παρατραβηγμένο , είμαι σίγουρη πως θα έχει συμβεί!

      Σου στέλνω την Καλημέρα μου :)

      Διαγραφή

(Επειδή ο blogger καμιά φορά, "τρώει" τα σχόλια, πρίν το δημοσιεύσεις, κάνε ένα copy ώστε να μην το ξαναγράφεις σε περίπτωση που το εξαφανίσει)