11.7.11

Φα και Ρε και Μι και Ντο μες το μπλε το ξάγναντο


Αφιερωμένο σε σένα που μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι



Ο Βοριάς  λυσσομανούσε αυτή την βραδιά , περνούσε ξυστά πάνω από τα κύματα  που θέριευαν ώρα με την ώρα, άρπαζε με βία τις κορφές τους που έγερναν νικημένες, τις κυλούσε πάνω στα σκουροπράσινα νερά  που κόχλαζαν και άφριζαν απο λύσα καθώς τα κοπανούσε ο αγριεμένος άνεμος  σα να θελε να τους δώσει τιμωρία που δεν υπάκουαν στις προσταγές του,  
ποιος τρελός θα έβγαινε απόψε έξω από το λιμάνι ?


Μέσα στα καφενεία του λιμανιού είχαν μαζευτεί οι άντρες,
ήξεραν πως και αυτή την βραδιά δεν θα έβγαιναν με τις βάρκες
και κατέβαζαν μονορούφι τα τσίπουρα να ζεσταθούν
από τον παλιόκαιρο που δεν έλεγε να κοπάσει δυο μέρες τώρα.
Μετρούσαν τα μποφώρια και άλλος τα ΄βγαζε εφτά , άλλος στα εννιά
και σταυροκοπιόντουσαν μην υπήρχε κανένα  καράβι μέσα στα νερά
και το είχε παραλάβει η αγριεμένη θάλασσα στα νύχια της.

Σύννεφα που έτρεχαν τρελαμένα στον ουράνιο θόλο,
περνούσαν μπροστά από τον δίσκο της Σελήνης και άλλοτε τον έκρυβαν,
άλλοτε τον άφηναν να ρίχνει ασημένιες σπίθες πάνω στα σκοτεινά νερά.

Ένα γυναικείο κεφάλι πρόβαλε ανάμεσα στα κύματα , στα ανοιχτά του λιμανιού, γίνηκε ένα με τους αφρούς των κυμάτων, έλαμψε χρυσάφι λιωμένο κάτω από το σεληνόφωτο και χάθηκε, για να φανεί ξανά λίγο μετά,
 κοντά στον φάρο που ήταν στην άκρη της προβλήτας
εκεί που έσκαγαν τα κύματα πάνω στα βράχια και η ορμή
του νερού ήταν τόση που μπορούσε να τσακίσει άνθρωπο
σαν ώριμο ροδάκινο επάνω στις κοφτερές τις άκρες.


Σαν να μην ένοιωθε τα χτυπήματα από τα άγρια κύματα στο κορμί της
άπλωσε τα χέρια της και βγήκε από την θάλασσα,
τραβήχτηκε μακριά από τα βράχια και κούρνιασε σε μια απόμερη άκρη .

Ό άντρας που βγήκε από τον καφενέ στάθηκε για λίγο ακίνητος,
πήρε μια βαθιά ανάσα να ξεζαλίσει το κεφάλι του ο καθαρός αέρας
από τον καπνό και το ποτό. Κοίταξε ανήσυχος προς την προβλήτα,
οι βάρκες λαμποκοπούσαν βρεγμένες απο τους αφρούς,
χτυπημένες από τα κύματα έμοιαζαν με καρυδότσουφλα
που τα ΄χε βουτήξει ένα χέρι  σαν τανάλια και τα κοπανούσε
πότε από την μια και πότε από την άλλη.
Κρύωνε αλλά ήθελε να δει αν η  Γοργοφτέρουγη το σκαρί του,
ήταν καλά, τουλάχιστον να έβλεπε αν κρατούσε γερά η μπίντα ή μην το φουρτούνιασμα είχε χαλαρώσει τα σκοινιά και κίνησε με βήμα αργό
ενάντια στον άνεμο να πάει κοντά να δει.
Μπορεί η αγριεμένη θάλασσα να μποτζάριζε άγρια τα πλεούμενα
μα όλα καλά δεμένα άντεχαν στον καιρό, το ίδιο και η Γοργοφτέρουγη,
πέταγε πάνω στα κύματα, έγερνε πότε από την μια και πότε από την άλλη,
μα το ξύλινο σκαρί της ανάλαφρα ξέφευγε από την αγκαλιά τους
και γλιστρούσε στο επόμενο κύμα σαν να έπαιζε μαζί τους.

Γύρισε να φύγει, μα εκεί πίσω απ τον τοίχο του φάρου
μια λάμψη έπιασε με την άκρη του ματιού.
Εκείνη την ώρα καθάρισε η Σελήνη, τραβήχτηκαν τα σύννεφα
και απόμεινε άλαλος να κοιτά την γυναίκα που κάθονταν
μισοξαπλωμένη και τον κοιτούσε και εκείνη με δυο μάτια αστραφτερά
σαν δίδυμοι φάροι μέσα στην νύχτα, επάνω σε πρόσωπο τόσο άσπρο
και γυαλιστερό σαν ένα κομμάτι πάγου.
Μπορούσε ακόμα και το χρώμα τους να δει μέσα στο μισοσκόταδο,
το χρώμα που παίρνουν τα νερά στις  σπηλιές του νησιού
το καλοκαιράκι που τις λούζει ο ήλιος, διάφανα , πρασινογάλαζα
και αυτά τα μαλλιά που έπεφταν στο κορμί της,
σκέτο χρυσάφι λιωμένο επάνω στο  κατάλευκο δέρμα
που έσταζε δροσιά της θάλασσας.
Τότε συνειδητοποίησε πως εκείνη δεν φορούσε ρούχα,
μέσα σε αυτή την παγωνιά , ήταν εκεί ακίνητη, αμίλητη,
χωρίς να προσπαθεί να προφυλαχθεί
και εκείνος ένοιωθε τα πόδια του βαριά,
ούτε βήμα δεν μπορούσε να κάνει.
-         ποια είσαι?  Ρώτησε μα φωνή δεν βγήκε από τα χείλη του
-         της θάλασσας η κόρη ! άκουσε μια φωνή μέσα στο μυαλό του, μα τα αυτιά του δεν έπιασαν κανένα ήχο!
Άκουγε όμως, τον ήχο των κυμάτων, τον αέρα που σφύριζε ολόγυρα,
τον παφλασμό από τα σκαριά που χόρευαν στον ρυθμό της θάλασσας,
αλλά δεν άκουγε την φωνή της γυναίκας.
-         Πως βρέθηκες εδώ?
-   με τον  δρόμο των κυμάτων………
Σαν κάπως να συνήλθε και έκανε να βγάλει το βαρύ παλτό να την σκεπάσει,
δεν καταλάβαινε τίποτα μα το μυαλό του αρνούταν να δουλέψει, να σκεφτεί .

Την πλησίασε με βαριά βήματα και άπλωσε το ρούχο επάνω της σκεπάζοντας το κατάλευκο κορμί της χωρίς να έχει πάρει τα μάτια του από το πρόσωπο της.
Η ματιά της τον μαγνήτιζε, σα να έβλεπε όλο του το παρελθόν μέσα σε αυτή
και όλο του το μέλλον και κάτι πετάρισε μέσα στην καρδιά του.
Μια ηρεμία απλώθηκε στο κορμί του, μια ζεστασιά, ένα σύννεφο τον τύλιξε και ήταν σα να μη τον άγγιζε ο δυνατός αέρας, σα να τον προστάτευε το χέρι
του θεού, μα δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί , ούτε να μιλήσει.

Ένα λευκό χέρι απλώθηκε, με τ΄ ακροδάχτυλα τον άγγιξε
και ένοιωσε στο μάγουλό την δροσιά του,
ένα γυναικείο πρόσωπο ήρθε αντίκρυ στο δικό του,
δυο χείλη που έσταζαν αίμα αγγίξαν τα δικά του χείλη
και ένοιωσε να καταπίνει την αλμύρα της θάλασσας .
Ο πόθος πλημμύρισε το κορμί του βαθύς μέχρι τον θάνατο
και  άπλωσε τα χέρια να κρατήσει το όνειρο,
να σφίξει το κορμί επάνω στο δικό του,
μα την ίδια στιγμή μόνο το ρούχο απόμεινε στην αγκαλιά του,
ένα βουητό και ένα γέλιο γάργαρο ακούστηκε πάνω από τα κύματα
και στο σπίθισμα του φεγγαριού  πρόλαβε να δει
μια αστραφτερή ουρά να χάνεται στα σκοτεινά τα βάθη.

Απόμεινε ολομόναχος να τον χτυπά ο αφρός των κυμάτων που έσκαγαν
στα πόδια του και καθώς η νύχτα έφτανε στο τέλος της
και χάραξε ο Θεός την μέρα κόπασε ο άνεμος
και το κύμα πήρε και αυτό να ημερεύει.

Μπήκε στην Γοργοφτέρουγη, έλυσε  τα σχοινιά
και σκυθρωπός κάθισε στην πρύμνη και άρπαξε την λαγουδέρα
ορίζοντας πορεία στα ανοιχτά του λιμανιού.

Στα χείλη του τον έκαιγε το θαλασσινό φιλί
και τα μάτια του σάρωναν στο βάθος το πέλαγος
μήπως βρουν την αστραπή από το χρυσάφι των μαλλιών της,
μα μόνο τα παιχνιδίσματα του ήλιου έβλεπε
πάνω στα ρυτιδιασμένα νερά.


Τέλος…………..όνειρο ήταν και πάει.

-Τέλος?
-Μα ο ψαράς τι απόγινε? Δεν βρήκε τελικά το όνειρο εκείνης της βραδιάς?
-Ποιος το ξέρει  άραγε? Μόνο ο ίδιος μπορεί να απαντήσει !
το βρήκε?

4 σχόλια:

  1. Levina!
    Είμαι σε σοκ...και πρώτα θ' αναφερθώ στις φωτογραφίες που χάζεψα πριν σχολιάσω το κείμενο!!!
    Μήπως είμαστε γείτονες;
    Μένω Καπανδρίτι, (στο Μετόχι-ΡΗ), εσύ μπορεί να το ήξερες, αλλά εγώ τώρα το "μυρίστηκα"!!!
    Πλανεύτρες οι ηρωίδες σου και στην εξαιρετική σου ιστορία...και στο πίνακα...με μάγεψαν και ξέρεις τώρα, τι σημαίνει να μαγεύεις μαγισσούλες χαχα!!! :))

    ΥΓ. Δώσε σήμα και με mail!!!
    Φιλιά ανυπόμονα! ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τώρα με απογείωσες Μαγισσούλα μου αφού κατάφερα να σε μαγέψω !!
    Κάτι θα ΄χει το νερό στην περιοχή μας φαίνεται και μας κάνει μάγισσες....χαχαχα

    ΥΓ. ακολουθεί mail με τλφ.
    Εδώ Μικροχώρι....Μετόχι ακούει??? over.

    τα φιλιά θα στα δώσω απο κοντά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Kαλά αυτο το βουνό μόνο μάγισσες έχει?
    Πολύ όμορφη η ιστορία σου, οι ψαράδες πάντα βρίσκουν αυτο που ψάχνουν Levina.
    Καλό μεσημέρι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όμορφε καπετάνιε μου με τον γλυκό τον λόγο
    Μάγισσες έχει το βουνό κι η θάλασσα σειρήνες
    Να προσέχεις που περπατάς σε τι νερά αρμενίζεις
    Μην κάποιο βράδυ του Καλοκαιριού μ ολόγιομο φεγγάρι
    μία απ αυτές τις πονηρές νου και καρδιά σου πάρει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

(Επειδή ο blogger καμιά φορά, "τρώει" τα σχόλια, πρίν το δημοσιεύσεις, κάνε ένα copy ώστε να μην το ξαναγράφεις σε περίπτωση που το εξαφανίσει)